Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ-ΣΑΪΤΟΜΑΧΟΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τα παιδιά της πιάτσας.
Οι Σαΐτες, ο Πρωτομάστορας, οι Βασιλιάδες,
ο Μπαϊρακτάρης, οι Αριστοκράτες μάγκες
και ο Στάθης Καρέλιας


       Ο Λυκούργος, ναι.  Βάρος σαράντα καντάρια και μουστάκα πατημένη στη μαντέκα καντάρια οχτώ. Οι σημερινοί μάγκες δεν έχουνε ιδέα περί μουστάκι γιατί αφήνουνε ένα ποντικοκούραδο στ’ απάνω χείλη ή το ξυρίζουνε και μοιάζουνε σα Μαρίκες.  Κουστουμιά μαύρη και παντελόνι σωληνέ με τσάκιση ξυράφι, άσπρο πουκάμισο  τζαμέ να φαίνεται και το φανελάκι από μέσα, γραβάτα μαύρη της θλίψης, μαντηλάκι μωβ, κάλτσα μεταξωτή και παπουτσάκι μυτερό με ποτηρέ τακούνι. Ξούρα στη πένα, μαλλί πατικωμένο με μπριγιόλ λεμονάτο. Στο ένα χέρι ο «παίχτης» με δεκατρείς βαριές και κίτρινες χαντρόρογες και στο άλλο η «κερασέα» και για ακούμπι και για καβγά, καθότι απαγορεύεται η οπλοφορία και δε σ’ αφήνουνε να έχεις μήτε νυχόλιμα..
         Καθότανε στο καφενείο του Νικήτα και γουργούραγε το ναργιλέ του. Μπροστά του  και τέσσερα σάμαλι για να πάνε κάτω τα βραδινά ζαφείρια. Κουμανταδόρος ο γερόμαγκας ο Λυκούργος σε λέσχες. Δίπλα του ο αδελφοποιητός ο Βαγγέλης και στο απέναντι τραπέζι τα παιδιά του, οι «’ποστηριχτές του». Συμβουλές με νοήματα στα ατζαμάκια για το πώς παίζεται το μουλτεζίμ στο τάβλι, κούνημα του τελβέ, χαμόγελο και στεναγμός για το χτες, καρέκλες για ξάπλα και από το μυαλό του περνάει κενιματόγραφος το παρελθόν που ήτουνα  νέος και τον έτρεμε το ταράφι. Κουβέντες λίγες καθότι μιλάει κανονικά μετά το μεσημέρι. Κι άμα δεν μιλήσει αυτός, δεν μιλάει κανένας.
-Αχ!  έκανε. Τ’ αγόρια ξαφνιαστήκανε, αλλά στο μουγκό.
-Αχ! Ξανάπε ο γερόμαγκας. Τ’ αγόρια κοιταχτήκανε, αλλά μουγκόπετροι.
-Τι έχεις Λυκούργο μου και έχεις μούρη τσιγκελάτη; τόλμησε ο Βαγγέλας.
Σιωπή και περίσκεψις κοιτώντας το πάτωμα.
-Πάσχα έρχεται και θυμήθηκα τον Χρήστο τον Αρβανιτάκη.
-Ποιος είναι ο τζες; Είναι ακόμα στο ταράφι ή έχει βουρκολακιάσει;
Αναστέναξε, τράβηξε πέντε γουργουριστές και άρχισε να διηγείται αργά:
«Ο Χρήστος ο Αρβανιτάκης ήτανε από τους Δολούς. Είχε ένανε τεκέ στου Στραβοσκιάδη του «συμβόλαια» απέναντι. Ωραίος και πρόσβαρος μάγκας. Με είχε ψυχοπαίδι του. Αυτός βρήκε τη καλαματιανή Σαΐτα. Το 1885 έφυγε για την Αθήνα. Θάχε πενηνταρίσει και, τότε.  Έγινε τσιρίμπασης κάτω στο Μεταξουργείο. Είχε κάνει τα φονικά του, αλλά λίγο έμεινε στη μπουζούρα καθότι προσωπικός φίλος και οπαδός του Δεληγιάννη. Είχε αδειάσει τρεις φορές το Μπάγκειον, το καφενείο στην Ομόνοια. Και το Μπάγκειον δεν το άδειαζε ο πάσα ένας. Τον έτρεμε όλη η μαγκιά. Έμπαινε στο καφενείο, έβαζε την μπιστόλα πάνω στο τραπέζι και έλεγε στο γκαρσόνι «φέρε μου ένα βαρύ γλυκό στο χοντρό και γουστάρω να τόνε πιώ μονάχος μου».  Όσοι ήτανε θαμώνες, είτε σκληροί είτε νοικοκυραίοι, γινόντουσαν καπινός, καθόσον δεν τα βάζεις με τους σιδερένιους. Ένας μια βολά, που ήτανε κουφαηδόνης και έμεινε, του’ βαλε την κάμα στον λαιμό και του’ πε «ή τραβήξου στα σκοτεινά ή σε ρίχνω στο σκοτάδι», τρέχει ακόμα να κρυφτεί.
-Ο εφευρέτης της καλαματιανής σαΐτας; τόλμησε να ρωτήσει το Θανασάκι «ο κερχελές».
Ο Λυκούργος τον κοίταξε καρφωτικά και άρχισε:
«Ναι για… Η καλαματιανή Σαΐτα μάγκες μου να πούμε δεν είναι για τίποτις λιανοτάρια άνευ ψυχής, καθότι πρέπει νάσαι αντρειωμένος και να το λέει η περδικούλα σου. Τόσοι μάγκες περάσανε πριν από μας και μας κληρονομήσανε την «πυραυλοκίνηση», ούτε ένας δεν βρέθηκε να κάνει ματσακονιές και όλοι υπήρξανε παιδιά τζιμάνια και ξεγυρισμένα ντερβίσια. Και μπορεί την σήμερον να μην διαθέτουνε όλοι τέσσερα κιλά μουστάκες, ούτε σαράντα ζεμπίλια αγριάδα σαν του καπετάν Χρήστου του Αρβανιτάκη, που ζούσε στους Δολούς και πηγαινορχότανε στην Καλαμάτα με την μαύρη φοράδα του, αλλά έχουμε και μείς τα τέτοια μας και υπήρξαμε ψυχοφίλοι του και απόγονοί του στην ψυχή και στην τρέλα.
         Και όταν λέμε Χρήστος Αρβανιτάκης, πρέπει να μάθει ο πάσα ένας πως, υπήρξε ο εφευρέτης της Σαΐτας. Αυτός που πήρε το πυροτέχνημα και το μουγκό σαϊτάκι και τούδωσε λαλιά. Αηδόνα. Και να πως: Θάτανε θαρρώ το 1860-τριαντάρης αυτός, κοσάχρονος εγώ- ο μπάρμπα Χρήστος έτριβε τα μπαρούτια και έφτιαχνε χαρμάνια για ψάρεμα στα βράχια των Κιτριώνε. Νια βολά έβαλε στο χαρμάνι και λίγο πετρέλαιο  και το γέμισε σε καλάμι με θαλάμια. Για δυναμίτη το πήγαινε. Τούκανε και διάδρομο για να περνάει οι φωτιά και έτσι του βγήκε η σαΐτα. Αστεία, σοβαρά είπε τη πατεντιά στον φίλο του τον Καρνέρη, κι αυτός, θεός σχωρέστονε γιατί ανατινάχτηκε μεγαλωμένος με ψαροδυναμίτη στ’ Αρμένικα, την έφτιαξε και την έριξε ως χαρτοσαΐτα ένα Πάσχα στην Καλαμάτα. Την πήρανε αμέσως τα φιλαράκια του ο Κατασχετής και μπάρμπα Αντώνης ο Στραβάκος και την κάνανε πασχαλινό έθιμο στις γειτονιές τους. Ο Καρνέρης ήτανε Καλυβιώτης, ο Κατασχετής Αγιαννιώτης και ο Στραβάκος Φυτειώτης.  Μόλις οι άλλοι σερνικοί είδανε τη μάκαινα την πήρανε και έτσι, σιγά-σιγά, έγινε η Σαΐτα της βουής και η μπου-μπου.  Αρχίσανε να παραβγαίνουνε οι γειτονιές. Τότενες στην Καλαμάτα ήτανε όλες στα βόρεια, τα Καλύβια, η Ράχη και η Αγιάννα με τα αγροτοφτωχαδάκια, ο Αγιάννης με τους αριστοκράτες, «Τσιρίτσιδες» λεγόντουσταν, εκεί που  έγινε ο ‘κλησσιασμός το ’21, η Φραγκόλιμνα με τ’ αρχοντόσπιτα και τους δεκεγόρους και οι Φυτειώτες με τους μανιάτες που δουλεύανε στα ρύζα στο Νησί και το βράδυ σκοτωνόσαντε αναμετάξυ τους.
       Ο Χρήστος είχε και πάρε δώσε με τα μπασκίνια γιατί το 1875 τονε πιάσανε με 15 βαρέλια μπαρούτια και τα κατάσχανε όλα. Κοιτάτε τι γράφανε ρε οι χαρτογιακάδες.
                                                                        Σάλπιξ 9.4.1875

          Λίγους χρόνους μετά πλάκωσε μπιστολιές τον σκληρό τον Μπαϊραχτάρη με τ’ αποσπάσματά του, κάτι βλάχους ρουμελιώτες, που μπήκε στον τεκέ να του κάνει τσιριμόνιες. Του τάχε και μαζεμένα γιατί ο βλάχος κυνήγαγε το παιδιά της φάρας που ρίχνανε σαΐτες και κάνανε κοντραμπάντα. Επειδή μυρίστηκε τα δύσκολα, γιατί ο Αστυνόμος δεν μάσαγε εύκολα, έφυγε για την Αθήνα να ξεχαστεί η αβανιά. Έκανε χοντρό κουμάντο σε Ομόνοια και Μεταξουργείο. Αργότερα ο Δεληγιάννης έδωσε αμνήστες στους φυγοδίκες και ο Χρήστος βγήκε αφρός. Παντρεύτηκε τη χοντροκαπουλάτη τη Ζαμπέτα, άνοιξε σπιτικό  και ψώνιζε το Σάββατα κιλότο και σαφρίδια από την αγορά. Ίσιωσε και άνοιξε το καφενείο στο Παλλάδιο στην Πανεπιστημίου. Παρέμεινε μάγκας και μπεσαλής και πάντα μας έστελνε προυσιώτικα καϊνάρια που φέρνανε οι κοντραμπατζήδες. Ο Πρώτος.
      Σας είπα πριν για τον Μπαϊραχτάρη τον χωροφύλακα. Ακούστε με καλά γιατί τονέ γνώρισα. Σα δυο βόδια χοντρός, αχαμνός, αλλά άγριος με μισό στρέμμα μουστάκα, σκληρός σα νταμαρόπετρα, άσσος στο σημάδι. Ταγματάρχης. Τονε φοβότανε όλη η ’Φήλιος. Κουβαλήθηκε το 1883 στην Καλαμάτα γιατί οι χωριάτες τόχανε ρίξει στη ληστεία και οι πολιτικοί είχανε δώσει ελευθερία στα τσιράκια τους τα κομματόσκυλα και δέρνανε τον κοσμάκη. Κουμαντάριζε ολόκληρο τάγμα Ευζώνων. Καβαλάγανε και κάτι αλόγατα ίσαμε ένα σπίτι το καθένα. Πλάκωσε στις φάπες αυτούς που έβαλε στο μάτι. Μας κάθισε στο σβέρκο μέχρι το 1885. Οι κουρελαπλάδες οι εφημερίδες γράφανε: «
Καθ’ ας έχομεν αυθεντικάς πληροφορίας, βεβαιούμεν τους αναγνώστας του φύλλου ημών ότι, τα περί της μεταθέσεως του Δικοικητού του ενταύθα ευζωνικού τάγματος κ. Μπαϊρακτάρη διαδοθέντα, είναι όλως ψευδή και ανυπόστατα. Ου μόνον σκέψις περί της εντεύθεν μεταθέσεώς του δεν εγένετο, αλλ’ απεναντίας γνωρίζομεν κάλλιστα ότι άπαντες οι αντιπρόσωποι της επαρχίας ημών εσκέφθησαν την ενίσχυσιν της δυνάμεως του τάγματος, αναγνωρίζοντες τας υπηρεσίας άς τούτος προσφέρει τω τόπω, συνετέλεσαν σπουδαίως εις την παγίωσιν της τάξεως και της ησυχίας, αλλά και την ανωτέραν νοημοσύνην, αμεροληψίν και ευθύτητα μεθ ής διευθύνεται υπό του κ. Μπαϊρακτάρη. Η μετάθεσις ανδρός τοσαύτην δικαίαν υπόληψιν αποκτήσαντος εν τω τόπω, ήθελεν είσθαι σφάλμα, εις ό πεποίθαμεν, ότι ούτε ηδη, ούτε εν τω μέλλοντι ήθελεν υποπέσει η Κυβέρνησις.»

Κοιτάχτε ρε μούρη. Σα μανιάτικο μπουζίο.

         Ρε μπελάς που μας κατσικώθηκε με δαύτονε. Μια βολά που κυνήγαγε στις Κουταλέϊκες στάνες ένα ληστή από τη Βελιγοστή, τον Δοξαρά, τον έπιασε και γύριζε πασχαλιάτικα στην Καλαμάτα. Πέρασε από τα Καλύβια κι έπεσε πάνω στην στιγμή που ο Καρνέρης έριχνε σαϊτες. Τον μπουζούριασε κι αυτόνανε. Οι μάγκες πήρανε ανάποδες. Δοποιήσανε τον Αρβανιτάκη. Πήγε ο Χρήστος στο ευζωνικό, τονε βρήκε και του ζήτησε να τον αμπολήσει. Ο Μπαϊραχτάρης του μίλησε προσβλητικά και του Χρήστου γύρισε το μάτι. Μετά από δυό μέρες ο χοντρός πήγε στα Καλύβια και έδειρε όλους τους Καρνέρηδες, βούτηξε τις μπαρούτες και έσπασε τα βαγένια με δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από το χάνι του Καρνέρη. Αμάν, θα σκοτωθούμε. Μπουκάρει μια βραδιά στον τεκέ του Αρβανιτάκη και σπάζει λουλάδες, γκρεμίζει πόρτες. Κείνη την ώρα ‘ρχότανε ο Χρήστος. Με το που βλέπει το ρημαδιό, μπαίνει μέσα, βγάζει τη διμούτσουνη και ρίχνει στον Μπαϊραχτάρη. Μέσα στο χαμό δεν τον πέτυχε. Τον τσακώσανε, αλλά πέσανε πάνω στις φουστανέλλες οι μάγκες και κατάφερε ο τζες να γίνει μπουχός. Το άλλο Πάσχα προκλητικός ο Μπαϊραχτάρης ξαναπήγε στα Καλύβια μεσημεριάτικα. Δόθηκε σύρμα και βγήκανε μπροστά κάτι ντερβίσα και αμπολήκανε σαϊτες. Χεστήκανε τ’ άλογα, κατουρηθήκανε τα ευζωνάκια, πέσανε και κάτι μπαταριές, κάνανε πίσω οι χωροφύλακες, μετά όμως τους πήρανε φαλάγγι και λακήσανε οι Καλυβιώτες, γκρέμισε τους φούρνους, πάνε τα ψητά, κλέγανε τα παιδιά, σκούζανε οι γριές, παρακαλούσανε οι μάνες, μαντάρα το Πάσχα. Από τότενες δεν άφησε τη μαγκιά και τη σαϊτα σε χλωρό κλαρί. Ούτε εμείς κάναμε πίσω, ούτε κείνος. Ευτυχώς που τον καλέσανε να πάει στην Αθήνα να ξεριζώσει τη ντόπια μαγκιά και γλυτώσαμε εμείς, αλλώτικα θάχαμε τραβηχτεί σα τα σαντεκλέρια. Αυτάαα με τον χοντρό.                                          .                                                                              
         Αφού  ο Μπαϊραχτάρης έγινε «της αναλήψεως» πήραμε αέρα και μέρα νύχτα ρίγναμε σαΐτες έτσι να μας φύγει το μπαγλάμι. Τότε αναδειχτήκανε ο Καρνέρης, ο Κατασχετής, ο Παναγουλάκης, ο Γερακάρης, ο Γουργούρης, ο Στραβάκος, ο Χαλές, ο Κουραμάνας ο Πεπαντήτης στα 1900 τόσο, ο Μαυροειδής ο Αγιαννίτης, που τονε φωνάζαμε Μαντραγούδα επειδή ήτουνα αδύνατος και μαυριδερός σα καλκατζόνι.  Τούτοι δω όλοι ρίξανε σαΐτες το 1887 πούρθε ο βασιλιάς ο Γιώργης, έτσι για το «καλώς ήρθες μόρτη βασιλέα με τα μπόλικα λιλιά». Του τις ρίξανε σα βγήκε από το παπόρι του, του τις ρίξανε στην πλατέα κάτω από την αψίδα του Γεωργιάδη και ύστερις πήγανε βραδιάτικα στη Φραγκόλιμνα στο σπίτι του Μαρκόπουλου που πήγε για τούφες ο άναξ, και του ρίξανε εξήντα ντουζίνες «φωτιά στα τόπια». Ο δήμαρχας ο Μπούτσης έλεγε σε κάτι δικούς του, πως η βασίλισσα κατουρήθηκε από το φόβο της και ο πρίγκιπας ο Αλέκος έβαλε τα κλάματα, καθότι μείραξ. Ο Γιώργης όμως, άναξ ατρόμητος και καραμπουζουκλής, μάθαμε πως βγήκε στο πανεθύρι και χαιρότανε και έκανε «τστστστστς τι ’ναι τούτοι, πιστοί ‘πήκοοι, γενναίοι ή τρελοί». Να ρε έχω και το απόκομμα της ‘φημερίδας του Γαβριλήδη.

           Αφού και ο βασιλιάς παραδέχτηκε τη σαΐτα και τους σαϊτολόγους, πήραμε αέρα και δεν κρατιόμασταν. Κάθε χρόνο καιγότανε  το σύμπαν άπαν. Βγήκανε κάτι ξεπεταρούδια που τόλεγε η καρδίτσα τους και έκοβε το νιονιό τους και σκαρφιστήκανε ένα σωρό μάκαινες με τα μπαρούτια που τάχαμε κείνα τα χρόνια σε αφθονία. Μη κοιτάτε τώρα πούμαστε στη νηστεία.  Θυμάμαι το 1894 ένα μαγκάκι θεοσεβούμενο, Ασημάκη τονε λέγανε, έφτιαξε ένα Γιούδα και τον καργάρισε τρομπονέτα και σαΐτες. Τα ένωσε μαστορικά με φιτίλια και έκανε την ανατίναξη του αρχιρουφιάνου. Μέχρι τότενες του βάζαμε στη μπάκα του ξερά χορτάρια και ανάβαμε τη φουντανέλα. Τονε καίγαμε ρέστο. Ο Ασημάκης τον έκανε Κούγκι. Τον ίδιο χρόνο ρίξαμε κάτι σαΐτες, τι να σας λέω. Ο Μαντραγούδας είχε φτιάξει μια ίσαμε οργιά. Φωτιά κα λαύρα. Μέρες γράφανε οι ‘φημερίδες:
                                                               Εφημ. Λαϊκή 22.4.1894

             Πάντοτες ρίχναμε σαΐτες και στις 25 Μάρτη και βγάζαμε τα φράγκικα και μπουρλιάζαμε κάτι φουστανέλες τριάντα οκάδες έκαστη. Το Μάρτη του 1904, αν δε γελιέμαι, ήμουνα με τον Κουραμάνα και άλλους τζέδες και πήγαμε στη Πεπαντή να τις ρίξουμε στο πλάτωμα μετά τα ευχέλαια. Πλακώσανε κάτι αγριεμένοι Αγιαννήτες, τα τσιριτσιδάκια, και είχανε λόξυγκα για νταραβέρια. Θα ρίξαμε ίσαμε 200 σαΐτες βασιβουζούκικα.
          Κάθε χρόνο μέχρι και το 1940 θυμάμαι, είχα καβατζώσει τα 80 χρόνια μου, στις 25 Μάρτη φοράγαμε τα σελάχια μας και ρίχναμε σαΐτες, πότε στον Αγιάννη τον Πρόδρομο, πότε στην Πεπαντή, πότε στις στρατώνες και πότε κάτω στην πλατέα στους Αποστόλους δίπλα στην πηγάδα.
           Και της Αναλήψεως παγαίναμε κάτω στη Ντουάνα και ρίγναμε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μετά βγαίναμε παραλιμανίως και τρομάζαμε με τα τρομπονέτα τους βλάχους πουρχόντουσαν να πάνε στα «σαράντα κύματα» με τα καΐκια και να μπούνε για λίγο στο νερό που ήτανε άπλυτοι από τον καιρό του Κολοκοτρώνη.  Ήτανε κι ο καπετάν Λάμπρος ένας μάγκας Γυαλιώτης σαϊτολόγος, ντερβισόπαιδο και καλαμπουριτζής που ξηγιότανε ντεβεκέλικα.
         Πρωτομαγιές τραβάγαμε πότε πάνω στις Τούρλες και πότε στην Κοροκλονού-κήπο Εδέμ το λένε σήμερις-πίναμε και τρώγαμε και ρίγναμε και κάτι ξεγυρισμένες σαΐτες γιατί τα μπαρούτια είχανε στεγνώσει τότε με τις ζέστες και ήτανε «θερμοφόρες». Μας καλούσανε και οι μαγαζήδες να τους κάνουμε αβάντα στο καλαμπαλίκι για πελατεία. Ρίγναμε τις σαΐτες μας και τρώγαμε αμπάκικα.
       Από τη στιγμή που βγήκαμε στη δημοσά και ο βασιλιάς ο Γιώργης ο Άλφας μερακλώθηκε με τη σαΐτα, και μαθεύτηκε πως ο Μπούτσης είπε «μπράβο στους μαγκίτες που μας εβγάλανε ασπροπρόσωπους», τότε κάτι καλαματιανοί που είχανε ‘πιχειρήσεις αλλά δεν ήτουνα «μαλλί αγγέλου» και είχαν ξεκινήσει από τα φτωχάτα, ήρθανε και μας εβρήκανε και κάναμε παρτίδες. Δουλέψανε και τα τέλια πως «μάγκες σκληροί πιάνουνε στις χερούκλες τους τα θεριά και τα κουλαντρίζουνε, καθότι το έθιμο» και οι μανταμίτσες και τα δεσποινάρια ξερογλυφόντουσαν με την αλαναρία, είχανε ξενερώσει με τους παπιονάτους προπελάκηδες. Γίναμε μόδα.                                             .
        Μέχρι το 1895 τις ρίγναμε στις συνοικίες μας, στις ενορίες μας και στους ‘πιτάφιους. Ήτανε τότες ένας Μπενάκης, Πότης νομίζω, που ζούσε και στην Αθήνα και είχε πάρε-δώσε με τους βασιλικούς. Τούτος έμαθε για τον βασιλιά τον Γιώργη και την θαύμαξή του στη σαΐτα. Κείνη τη χρονιά τονε κάνανε πρόεδρο των τρεχαλατζήδων ενός σωματείου, Μεσσηνιακός λεγότανε, και αφού βγήκε πρόεδρος, και γούσταρε και δημαρχηλίκι καθόσον σοϊλής, μας φώναξε και του ρίξαμε καμιά πενηνταριά «δύο στο χαρτό», δηλαδής μισή οργιά σαΐτα η καθεμιά. Είδανε οι άλλοι από το συβούλιο, ο Ρεμπουτσάκος ο σιδεράς, και κάνανε μανιφατούρα. Μας αγοράζανε μπαρούτες και πηγαίναμε το Πάσχα και τις ρίγναμε και στις δικές τους ενορίες, άμα δεν είχανε, στα πλουσιόσπιτα. Ούτε ανθιστήκαμε πως βρεθήκαμε να τις ρίγνουμε όλες μαζί οι ενορίες πότε στην Κάτω Πλατέα στους απόστολους και πότε στους παλιούς στρατώνες, στους ταξιάρχες δηλαδής, το απόγευμα του Πάσχα. Θάτανε κει γύρω στα 1896.                                                .
           Θυμάμαι το 1903 ήρθανε μαζί μας και ρίξανε σαΐτες κάτι μπερκετόμαγκες της επίσημης κενωνίας. Εγώ ρε τσόλια τους τις είχα φτιαγμένες. Χωρίς μπικικίνια, το νογάτε ωρέ; Διότι ο πάς εις ένας σαϊτολόγος είχε ‘ποχρέωση στους δυνατούς που παίρνανε τον κοσμάκη στη δούλεψή τους. Ο Γιώργης ο Δικαιάκος, μια ντουλάπα άντρας  με μαυρομιχαλέϊκη μουστάκα, τις έριγνε δυο-δυο. Κάτι καπουλάτες μανταμίτσες με ομπρελίνες τονε φάγανε με τα μάτια. Τον σταύρωνε η Δικαιάκαινα. «Φτού σου κορώνα μου, καρφίτσες έχουνε στα μάτια τους οι κορκοσούρες» έλεγε και ξανάλεγε η Μανιάτα. Διαβάστε ρε στουρνάρια τι έγραφε τότες το «Θάρρος» η ‘φημερίδα :                                                      
         «Οι κ.κ. Γ. Δικαιάκος, δικηγόρος και δημοτικός εισπράκτωρ, Αργύριος Παυλόπουλος έμπορος, Ν. Αντωνακάκης κτηματίας, Γ. Σκιάς καπνέμπορος, Γ. Καρδαράς κτηματίας, Κ. Πάτσος έμπορος και άλλοι.
         Πρώτος παίρνει φωτιά  ο κ. Δικαιάκος. Ευσταλής και ρωμαλέος κρατεί μεγαλοπρεπώς τη σαΐτα. Εξόχως επιτυχής δε αύτη. Ο κόσμος μετ’ εκπλήξεως παρατηρεί και γίνεται έξαλλος εκ του ενθουσιασμού του.
        -Ζήτω! Μπράβο, φωνάζουν όλοι.                                                         .
         Χειροκροτήματα ραγδαία και ατελεύτητα εξέσπασαν. Ο ενθουσιασμός δεν περιγράφεται. Ομοβροντίαι από ζήτω και από χειροκροτήματα εφ’ ικανάς στιγμάς δονούν την ατμόσφαιραν. Σημειωτέον δε ότι οι σαΐτες των ήσαν θαυμάσιαι ως προς την δύναμιν, διό ήλθον οι…πρώτοι επιλαχόντες εις την νίκην, καθότι νικηταί ανεδείχθησαν οι κατασκευάσαντες εις αυτούς τις σαΐτες.»
           Μετά θυμάμαι πως περάσαμε δύσκολα χρόνια και με πολέμους και γιατί η χωροφυλακή μας κυνήγαγε και μας χώνανε και στη στενή. Μετά το 1930 ξανάρχισε το βιολί, πήραμε αέρα και οι δημαρχαίοι και όλοι οι καλαματιανοί που το γουστάρανε και τους θύμιζε και τα παλιά τα χρόνια. Βγήκανε μπροστά και οι χωροφυλακαίοι κάνανε άπωσον.
          Το 1933 που κάηκε ο κόσμος ρίξανε ένα σωρό άνθρωποι του «καθώς πρέπει». Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «
Όλοι οι σαϊτολόγοι είναι πλήρεις μένους, Μεταξύ αυτών διακρίναμε τον έμπορον κ. Παρθένιον με φεσάκι και σακούλι, τον πρόεδρον των Οπωροπωλών κ. Κόμπον επικεφαλής των Καλυβιωτών, τον κ. Αγγελέαν εκ του σώματος των Κρεοπωλών, τον περίφημον κ. Λάμπρου της Παραλίας με τον κ. Κατσαούνην και τον κ. Μουνδρέαν, τον δημοτικό σύμβουλο κ. Νικητάκην επικεφαλής της Δημαρχιακής ομάδος, τον κ. Παναγόπουλον επι κεφαλής των Αγιοταξιαρχιτών, τον χημικόν κ. Στεφανούρην, τον καλτσοβιομήχανον κ. Τριαντάφυλλον, δύο Τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Πρόεδρον των Δικαστικών υπαλλήλων κ. Περικλήν Ζήραν, τον καλλιτέχνην κ. Καλλέργην και τον τέως Διοικητήν του Φρουρίου κ. Ευγένιον Παπασταθόπουλον, τον κ. Πέτρον Μολώνην, τον εργολάβο Δημοσίων έργων κ. Ποδοχωρίτην, τον κ. Γαρίδην και πολλούς άλλους. Ο Πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου κ. Πάνος Κωστόπουλος αδιαθετών δεν μετέσχε του σαϊτοπολέμου….».

Φιλαρμονική και Σαϊτολόγοι το 1932.
Αρχείο ΓΑΚ παράρτημα Μεσσηνίας, φάκελλος Μουτεβελή-Λίβα.

      Το 1934 ήτουνα δήμαρχας ο Χρήστος ο Κουμάντος, ωραίος μάγκας που έκανε πολλά έργα στην Καλαμάτα.  Ο Κουμάντος που λέτε μας αγόρασε μπαρούτες για 10 χρόνια και φτιάχναμε σαϊτες και τελειωμό δεν είχαμε. Τότες δώσαμε και ρίξανε όλη η «καλή κενωνία» για να ξυπνήσει το αίμα τους που είχανε αποβλακωθεί με τις ρεβεράντζες και τις βεγγέρες. Οι  ‘φημερίδες πιά γράφανε αβέρτα. Η «Σημαία» έγραφε: Το εσπέρας της Κυριακής. Όπως άλλωστε καθ΄έτος, ερρίφθησαν εις την κεντρικήν πλατείαν άνω των 1.000 σαϊτών. Εις τον σαϊτοπόλεμον αυτόν ο οποίος τέρπει τους καλαματιανούς και τους κάμνει να εκδηλούν τόσον πρόωρα τα ορμητικά και πολεμοχαρή των αισθήματα-δεν υστερούν εδώ και οι αντιπρόσωποι του ωραίου φύλου-έλαβον μέρος πλην των επαγγελματιών σαϊτολόγων, και το άνθος της καλαματιανής διανοήσεως άνθρωποι κατά πάντα σοβαροί, επιστήμονες, έμποροι, επαγγελματίαι, ως και εργάται».
           Με λίγα λόγια κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μορφωμένοι, που ξέρανε πενήντα ζεμπίλια γράμματα ο καθένας, μπλέκανε και νταραβεριζόντουσαν με σαϊτες.
         Το 1937 ήρθε ο Βασιλιάς ο Γιώργης ο Βου και κάηκε το πελεκούδι. Μας καλέσανε και ρίξαμε σαϊτες έξω από το ‘Πιμελητήριο στην Κάτω Πλατέα. Ήτανε μέσα όλοι οι αρχόντοι και είχανε πέσει στις χοντρές τις μάσες. Μπήκε ο Κολοβέας μέσα  και είπε του Γιώργη του Βου να βγεί στο μπαλκόνι να μας εδεί. Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «
Πλησιάζει η στιγμή να τελειώσει το γεύμα. Εις τον διάδρομον εμφανίζεται ο σαϊτολόγος Κολοβέας φορών φέσιον και φέρων σακκούλι πλήρες σαϊτών. Ο Βασιλεύς ζητεί να περιεργασθή σαϊταν…ο διευθυντής του Επιμελητηρίου κ. Σαραντόπουλος δίδει το σύνθημα εις τους Σαϊτολόγους. Ο Σαϊτοπόλεμος άρχεται. Ο σημαιοφόρος Ηλίας Μαλικούρτης και ο σαλπιγκτής Ξωξάκος εις το έργον τους. Οι σαϊτολόγοι Μ. Γαρίδης, Π. Σπηλιώτης, Αμπάβης, Οικονομάκος και λοποί δεν παύουν να κάνουν και τα κολπάκια τους».
         
Η «Ακρόπολις» από την Αθήνα έμαθε πως ο βασιλέας ενδιαφέρθηκε περιπαθώς: «….κατόπιν ηρώτησε περί του τρόπου κατασκευής των σαϊτών, τας οποίας είδεν πρώτην φοράν την παρελθούσαν εσπέραν εις την οργανωθείσαν σαϊτομαχίαν, γνωστόν παλαιότατον έθιμον των Καλαμών, αναμνηστικόν του γεγονότος της δια των σαϊτών αναγγελίας της επεκτάσεως της Επαναστάσεως του ’21 εις ολόκληρον την Πελοπόννησον».
      
Οι Φυτειώτες ως γνωστόν και σα Μανιάτες, οι περσότεροι, έχουνε λόξα με τους βασιλιάδες. Κει λοιπόν που ο Γιώργης είχε βγει το απόγευμα για τσάρκες στην Καλαμάτα, του κάνουνε μπραφ στη γωνία Φαρών και Λακωνικής, τότε ήτανε έδαφος Σπανοχωρίου, κάτι Φυτειώτες σαϊτολόγοι, τούχουνε στήσει και μια αψίδα με αγάλματα και τον σταματάνε. Ο Κοντοζαμάνης δεν κόλωνε τονέ πλησίασε και τούπε «ρε μόρτη βασιλέα γουστάρεις να σου ρίξουμε διακόσες οκάδες μπαρούτη που τις έχουμε σταβέντο για πάρτυ σου. Κι άμα σε ‘νοχλήσει η μπαρουτίλα έχουμε και κινίνα για την μεγαλειότητά σου».  Ο βασιλιάς δεν ήτουνα ζουπηγμένη λαμαρίνα και του απάντησε στη γλώσσα μας : «προχώρα ρε μόρτη γιατί εγώ μυρίζομαι την άνοιξη και δεν τρώω λάχανο και κάνε την Καλαμάτα Αρκάδι κρητικό». Αμάν, ο Βου μας βγήκε ταραφίσιος και γουστάρει τη φίνα δουλειά από τους μουστερήδες. Το τι έγινε τι να σας λέω. Ωραία πράματα. Παλαιά και σέρτικα.
        Το 1938 θυμάμαι έγινε Πασχαλιάτικα ένας χαμός. Είχε πει και ο βασιλιάς τα μελομακάρονά του για τις Σαΐτες, του δώσαμε και κατάλαβε. Τα θυμάμαι πλέρια, αλλά για να μη πάει το νιονιό σας πως λέω λουλούκες, κοιτάτε ρε τι έγραφε η ‘φημερίδα η «Σημαία»: «Εις την μάχην ερρίφθησαν αι εξής ομάδες.
Των Κρεοπωλών με επι κεφαλής τον κ. Σπηλιώτη, των Φυτειωτών με αρχηγόν τον κ. Γρίβαν, των Σπανοχωριτών με επικεφαλής τον κ. Αντώνη Χαλασσοχώρην, των Αγιοταξιαρχιτών με αρχηγό τον κ. Αγγελέα, των Ραχιωτών με επικεφαλής τους κ.κ. Κώστα Βενετσάνον και τον Μπίζον. Στους επίλεκτους ήταν οι καπνοβιομήχανοι Στάθης Καρέλιας και Γιάννης Δαμηλάτης, ο Αντώνης ο Καβανατζόγλου, ο Γιάννης ο Κουτσομητόπουλος κ.α.»
      
Τα ίδια και το 1939. Εγώ τότενες δεν έριξα καθότι το γκριζάρισμα. Καθόμουνα και έβλεπα τη μαγκιά με τα σακκούλια, τη καραμουτζαρχία με τα ταρατατζούμ και τον μαέστρο πούχε λιλιά. Είχα μερακλωθεί και φώναζα τους γνωστούς με τα ονόματά τους. Παραδίπλα στεκότανε μια κυρία με το καπελίνο και μια ομπρέλα και με ρώτηξε:
-Τους γνωρίζετε όλους κύριε;
-Αμ τι τους κάνω, της λέω, παιδιά ταραφίσια είναι όλα.
-Τι θα συμβεί τώρα, μπορείτε να μου εξηγήσετε; συνεχίζει η μανταμίτσα.
Πήρα και εγώ το σοβαρό μου καθότι ναι μεν παιδί της πιάτσας, αλλά έχουμε και πέντε αράδες γράμματα στην κωλότσεπη και ξέρουμε να μιλήσουμε σε κυρίες εκτός φάρας.
-Κυρία μου, άρχισα (έτσι με άκουγε ο Χλέμπουρας να μιλάω στο επίσημο θα χαχάνιζε λες και είχε φουμάρει πέντε νταμίρες μαζεμένες πρωινιάτικα) εις την πόλιν μας υπάρχουν φυλαί και φύλαρχοι. Έχουμε την φυλήν των Κρεοπωλών, την φυλήν των Αβραμέων, των Καλυβίων ή Ανθουπολιτών, της Φυτειάς, της Παραλίας, της Φραγκόλιμνας. Κάθε φυλή έχει και τους φυλάρχους της. Η φυλή της Παραλίας έχει τον καπετάν Λάμπρο ο οποίος διεκδικεί την κυριαρχίαν της μεσογείου Καλαμάτας από τον Βιντσέντζον διάσημον κιθαρωδόν και καρδιοκατακτητή.  Εις την φυλήν των Κρεοπωλών όλοι είναι φύλαρχοι, δεκατρείς κρεοπώλαι δεκαχτώ καπετανέοι. Με την άσπρη μπλούζα είναι ο καπετά Ρέγγος ή Σκουράτζος ή Λαγωνικάκος. Εκείνος ο κομψός νεανίας με το βελουδενιο σκουφάκι είναι ο καπετάν Ηλίας Μαλικούρτης από το Ασπρόχωμα. Αυτός ο κοντοπίθαρος είναι ο καπετάν Βασίλης Μπουγάς τρομερός στο τρύπημα της σαϊτας. Εις την φυλήν των Καλυβιωτών διακρίνετε τον καπετάν Κόμπο, τον καπετάν Δασκαλά και πολλούς άλλους. Εις την φυλήν των Αβραμέων κυριαρχεί ο καπετάν Ιταλός, ο καπετάν Κακούρης, ο καπετάν Στράτης αδελφός του Κόμπου. Εκείνος που ονειροπολεί είναι ο καπετάν Γαρίδης. Θεριά αληθινά κυρία μου. Γεμάτοι μαχητικό μένος και έτοιμοι να πέσουν στην φωτιά για να ψηθούν με μπαρούτι.
-Εκείνο που μοιάζουν σαν Μαρκήσιοι, Δούκες και Κόμητες;
-Αυτοί αποτελούν την φυλήν των Επιλέκτων. Εκείνος ο πανύψηλος είναι ο τέως ταγματάρχης δούξ των Γιαννιτσανίκων, ελθών από την Αθήνα επίτηδες για να ρίξη σαϊτα. Εκείνος με τα ερωτύλα μάτια είναι ο βιομήχανος ο Καλούλης, ο άλλος με τα σπινθηροβολούντα μάτια είναι ο καπνοβιομήχανος κ. Ευστάθιος Καρέλιας, έχων το σπάνιον προσόν όχι μόνο να ανάβη σαϊτες και φωτιές αλλά και να τις σβύνει. Αλλά για να μην τα πολυλογώ οι άλλοι είναι ο καπετάν Γκόνος, ο καπετάς Στεφανούρης, ο καπετάν Αγγελόπουλος.
         Τα είπα και σταμάτησα. Κάνω έτσι και βλέπω την κυρία να έχει ανοίξη ένα πακέτο τσιγάρα Καρέλια και να μου προσφέρει. Τα έχασα.
-Πάρε ρε μόρτη ένα να στρώσεις κεφάλι, μου κάνει. Εξ επιτούτου σε αρώτηξα για να δω σε τι εκτίμα έχεις την αφρόκρεμα της καλαματιανής μαγκοσύνης. Εγώ όπως βλέπεις δεν πίνω πηγαδίσο νερό. Γουστάρω τη μαγκιά και τραβιέμαι με τον Μήτσο τον Αβέρτο καθότι λεβεντόπαιδο και με τράβηξε από την πλέμπα και τώρα έχω και το σπίτι μου το καλό και τα βουτήρατά μου και το φόρεμά μου το σπαθάτο. Καθότι για να με έχεις εμένα θέλω τα χρειαζούμενά μου και άμα δεν μου τα δώκεις τράβα να πουλάς χαμομήλι γερμανικό που αδυνατίζουνε οι ελέφαντες. Μπήκες;
-Ωραία εξήγηση μανταμίτσα μου, της είπα. Και παρότι μου φέρθηκες σκάρτα σε συχωρνάω και δεν ξεπλέκω το μιζανπλί αφού ανήκεις σε άντρα που ταμπακιάζω. Είμαι μάγκας με την σφραγίδα του και όχι τσουρούτικα πράματα. Καθόσον με καρατάρεις πως δεν είμαι για κέντημα  με το αντραντέ και μπορώ να σου μιλήσω και στην επίσημη και στην ταραφίσα γλώσσα. Σε μαρκάρω καλά και αφού γουστάρεις σαϊτες και έχεις κάνει γκεζί με τον Μήτσο, παναπεί πως έχεις πέσει στο βαθύ λαγούμι και κουβαλάς τη σπανακόπιττα. Ωραία τάπαμε, χάρηκα για τη γνώρα και φεύγω βέρτζινος γιατί τα παιδιά που τις ερίξανε με περιμένουνε στο τσαρδί να κοπανήσουμε κανά καταϊφι να πάνε κάτω τα μπαρουτόζαφειρα.. Άντε και του χρόνου.

Σημείωση: Ιστορίες πέρα για πέρα αληθινές μέσα από τις παλιές εφημερίδες Αθήνας, Καλαμάτας και Περιχώρων, γραμμένη στη γλώσσα των παιδιών της πιάτσας που την μιλάνε και σήμερα καθότι δεν είναι…κούφιες αχιβάδες.-

Δια το πιστόν
Χρήστος Νικ. Ζερίτης

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ ΛΑΪΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ
            Την Μεγάλη Εβδομάδα στην Καλαμάτα και στην ευρύτερη περιοχή της υπάρχουν σημαντικές υπαίθριες λαϊκές εθιμικές εκδηλώσεις που συνεχίζουν να ενδιαφέρουν χιλιάδες ντόπιους και πάρα πολλούς επισκέπτες εκείνων των ημερών. Παρακάτω γίνεται μια σύντομη αναφορά για να μάθουν όσοι καλαματιανοί δεν ξέρουν, αλλά και να πληροφορηθούν όσοι επισκέπτες επιθυμούν.
1. Την Μεγάλη Πέμπτη είναι το έθιμο «Ξαμόνια». Τα «Ξαμόνια» είναι ένα λαϊκό προσκύνημα στα ξωκλήσια της βόρειας Καλαμάτας που γίνεται πολλές δεκαετίες και συνεχίζετε με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, οι πιστοί, με αφετηρία την θέση «Κουφού Ελιές» μαζεύονται στις 12 τη νύχτα και ξεκινούν με μια ολονύκτια περιήγηση στα ξωκλήσια, η οποία περιλαμβάνει επίσκεψη, άναμμα καντηλιών και σύντομες ψαλμωδίες. 

Το δρομολόγιο είναι  : Ευαγγελίστρια, Αγ. Θόδωροι, Αγ. Νικόλαος, Εισόδια Παναγίας, Αγία Αικατερίνη, Προφήτη Ηλία Σανατορίου, Αγία Σωτήρα, Άγιο Νεκτάριο, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Χαράλαμπος, Άγιος Θανάσης και Βελανιδιά. Τα τελευταία χρόνια στα δύο τελευταία δεν πάνε γιατί είναι φραγμένα κτήματα Η επιστροφή  στην Καλαμάτα γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες από τον δρόμο του Πετάλου.
2. Την Μεγάλη Παρασκευή στην πλατεία στον Αβραμόγιαννη Ράχης γίνεται η «Ανατίναξη του Ιούδα» από την  «ομάδα ειδικών κατασκευών» του Πολιτιστικού Συλλόγου «η Ράχη». Ο υπερμεγέθης Ιούδας δεν καίγεται απλά, μα ανατινάζεται τελετουργικά, μέσα σε ορυμαγδό κρότων από βαρελότα, μέσα σε σύννεφα καπνού μπαρούτης και συνοδευόμενος από δεκάδες αερόστατα μικρά, μεγάλα και τεράστια.

3. Την Μεγάλη Παρασκευή τα μπουλούκια σαϊτολόγων ρίχνουν τις σαΐτες στους και στους επιτάφιους των ενοριών τους. Αναλυτικότερα: Τα μπουλούκια «Κρυφό Σχολειό», «Επίλεκτοι», «Νικηταράς»  και «Βετεράνοι Ράχης-Κουφού Ελιές» θα ρίξουν στην πλατεία του Αβραμόγιαννη στους επιτάφιους Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίου Γεωργίου. Το μπουλούκι «Παραδοσιακή Φυτειά» θα ρίξει σαΐτες στον επιτάφιο των Ταξιαρχών μπροστά από το 3ο Δημοτικό σχολείο. Τα μπουλούκια του Αγίου Σίδερη «Πρωτοπόροι» και «Αγία Λαύρα» θα ρίξουν σαΐτες στον επιτάφιο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου στην οδό Ευαγγελισμού. Το μπουλούκι «Κούγκι» θα ρίξει σαΐτες στον επιτάφιο του Αγιάννη Πρόδρομου στην πλατεία της εκκλησίας. Το «μπουλούκι της Φυτειάς» θα ρίξει σαΐτες στον επιτάφιο του Αγίου Δημητρίου Αρκάδων στο ύψος της παιδικής χαράς στην οδό Π. Καίσαρη.
4. Την  Κυριακή του Πάσχα, αργά το απόγευμα, διεξάγεται ο Σαϊτοπόλεμος της Καλαμάτας στον χώρο του πάρκινγκ στάθμευσης απέναντι από το Μπενάκειο Δημοτικό σχολείο και την πλατεία Όθωνος. Στον φετινό θα πάρουν μέρος 9 ομάδες Σαϊτολόγων: 

«Κρυφό Σχολειό» των Κυριάκου και Σπύρου Ζησιμάτου, «Επίλεκτοι» του Παντελή Ζησιμάτου,  «Πρωτοπόροι Αγίου Σίδερη» του Κώστα Σωτηράκου-μπάρμπα και ανηψιού-, «Αγία Λαύρα» των Γιάννη και Παναγιώτη Σωτηράκου , «Κούγκι» του Κώστα Μπουρδέκα, «Το μπουλούκι της Φυτειάς» των Γιάννη Καραβλίδη και Σοφοκλή Μάρκου,  «Παραδοσιακή Φυτειά» των Δημήτρη Ξωξάκου και Παύλου Κρεμμύδα,  «Νικηταράς» του Γιάννη Βαρελά και «Βετεράνοι Ράχης-Κουφού ελιές» του Τάκη Παντελόπουλου.
5. Την Δευτέρα του Πάσχα στην πλατεία της κοινότητος Αιθαίας -13 χιλιόμετρα από την Καλαμάτα επί του εθνικού δρόμου- η ντόπια ομάδα Σαϊτολόγων «Το Κρυφό Σχολειό Αιθαίας», που δημιουργήθηκε από τoν φημισμένο Σαϊτολόγο καπετάν Νίκο Τσικούρη, θα ανατινάξει τον Ιούδα και θα ρίξει εκατοντάδες σαΐτες, συνεχίζοντας το τοπικό έθιμο.



Μνήμη παλαιών Σαϊτομάχων

Μνήμη παλαιών Σαϊτομάχων
"Μπαρούτια και πετρέλαια
φίλοι μη μου ζητάτε
γιατί χωρίς τον αρχηγό
στη Κόλαση θα πάτε".
"Αν είσαι φίλος και μας αγαπάς
Σαΐτα μη μας ζητάς".

Στις σημερινές εποχές που όλα μετρώνται σε χρήμα και ο ιδεαλισμός έχει υποχωρήσει μπροστά στους πραγματιστές και τους συμφεροντολόγους, τα έθιμα και οι παραδόσεις υπάρχουν για να ομορφαίνουν την καθημερινότητά μας, αν και αυτά μερικές φορές γίνονται αιτίες εκμετάλλευσης από επιτήδειους. Αυτά βέβαια υπάρχουν στην υπεραστική και υπερκαταναλωτική κοινωνία, διότι οι λαϊκές τάξεις των απλών αστών έχουν διαχωρίσει την θέση τους, με την στάση τους και την αποστασιοποίησή τους από τα συνήθη φαινόμενα της μονεταριστικής θεωρίας «όλα πληρώνονται και όλα κοστίζουν».
Αναρωτηθήκαμε ποτέ άραγε για το πώς η τάξη των Σαϊτομάχων αντιλαμβάνεται την σημερινή πραγματικότητα; Σκεφτήκαμε ποτέ το γιατί οι συνεχιστές μιας πολύχρονης τοπικής παράδοσης αρνούνται, με οδηγό τον τρόπο ζωής τους, να αποδεχθούν τις πρακτικές των καιρών τους; Τι κερδίζουν από την, με κάθε κόστος, διατήρηση ενός λαϊκού εθίμου; Ούτε χρήματα ούτε και δόξα βέβαια. Καταθέτουν πολύ χρόνο, χρήματα και προσωπική εργασία για να εξακολουθήσει να υφίσταται το έθιμο, με το οποίο γαλουχήθηκαν πολλές γενιές καλαματιανών. Και το Έθιμο είναι η Παράδοση, είναι η Συνέχεια της ύπαρξής μας, που έφτασε μέχρι σήμερα, μεταβιβασμένο σιγά-σιγά από τους παλιότερους στους σημερινούς και αφετηρία ύπαρξης του είναι η κοσμοθεωρία «διότι έτσι πρέπει», αιτιολογία συνέχισής του «το κάνανε και οι παλιότεροι καλαματιανοί» και σκοπός του «καταθέτω και την ψυχή μου για το καλό του συνόλου».

Αν το έθιμο του Σαϊτοπόλεμου στην Καλαμάτα το κρατάνε ακόμη κάποιοι ρομαντικοί των ακραίων συνοικιών, που δεν ξέρουνε από ρεβεράντζες και καλλιτεχνικές αρλουμπολογίες, με κόστος και όχι με ψέματα, είναι γιατί συνεχίζουν και στις μέρες μας να υπάρχουν αγιάτρευτα φιλότιμοι, ολιγαρκείς, έντιμοι και εργατικοί άντρες που νιώθουν το καθήκον τους για την πόλη που γεννηθήκανε και για τις περασμένες γενιές σαϊτομάχων. Μνημόσυνο σε αυτούς που έφυγαν κάνουνε κάθε φορά. Είναι γιατί προτάσσουν το «Πρέπει» και όχι το «Γιατί» ή το "ωχ αδερφέεε".-
Χρήστος Νικολάου Ζερίτης


Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

ΝΕΔΟΥΣΑ ΤΑΫΓΕΤΟΥ-ΔΡΩΜΕΝΟ ΕΥΕΤΗΡΙΑΣ

ΔΡΩΜΕΝΟ ΕΥΕΤΗΡΙΑΣ ΝΕΔΟΥΣΑΣ ΤΑΫΓΕΤΟΥ. 22 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Στη μνήμη της Όλγας Θεοδωρακάκη+2016, του Παναγιώτη Παπανικολόπουλου+2015 και του Νικολάου Αλεξανδρόπουλου+2015
      Για ευγνώμονες και υστεροφημίας λόγους οφείλω να ονομάσω τους Νεδουσαίους που αρχικά συνάντησα το 1995, το 1996 και το 1997, οι οποίοι, ως συμμετέχοντες κατά οικογενειακή παράδοση στο Δρώμενο, με βοήθησαν στην συνολική καταγραφή του προκειμένου να το παρουσιάσω στους Λαογράφους κ.κ. Μερακλή και Αικατερινίδη. Είναι οι κ.κ. Κώστας Σούμπλης, Γιάννης Ηλιόπουλος, Νικήτας Βεργινάδης, Παναγιώτης Μπατσικούρας, Βασίλης Βαρελάς και Χρήστος Αλεξανδρόπουλος. Βέβαια αναφέρω πάλι πως ο Αλαγόνιος Φίλος μου Αντώνης Καζάκος είναι ο πρώτος που διέγνωσε την μεγάλη αξία του Δρωμένου της Νέδουσας, με πίεσε προς την έρευνα και την μελέτη του Δρωμένου και επέμενε στην δημοσιοποίησή του. Παρ’ όλο που το πρώτο κείμενό μου, περιγραφικό των όσων είδα το 1997, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1998 στο περιοδικό «Ιθώμη»,  «αποσύρθηκε» κατόπιν επεμβάσεως του μακαριστού Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου και όλα όσα  επακολούθησαν δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Ελευθερία», οι Φίλοι αυτοί παρέμειναν δίπλα μου και με υποστήριξαν-καθώς και η «Ελευθερία» και ο δημοσιογράφος της κ. Ηλίας Μπιτσάνης-στις επιθέσεις που δέχτηκα για να σταματήσω να ασχολούμαι με το Δρώμενο της Νέδουσας.  
        Στο Δρώμενο της Νέδουσας που ανάγεται σε προ-Διονυσιακές εποχές (Δρώμενο  ονομάζονται μικρές τελετουργικές δράσεις, που έχουν Σκοπό, Συνάφεια και δένονται μεταξύ τους), και τα επί μέρους μοτίβα Μουντζούρωμα-Αγερμός-Τράγοι-Αροτρίοση-Γάμος-Φόνος-Κηδεία-Ανάσταση, είναι αυτά που κυριαρχούν στην προσπάθεια της εξασφάλισης της γονιμότητας και της ευκαρπίας. Υπάρχουν όμως και τα Μέσα που χρησιμοποιούνται προκειμένου να επιτευχθεί ο Σκοπός. Παράλληλα με τα Μέσα συνυπάρχουν και τα Στοιχεία που συντελούν στην επιτυχή ολοκλήρωση της προσπάθειας για να εξασφαλιστεί ο Σκοπός. Τις Ιδιαιτερότητες και τα Μέσα θέλει να καταγράψει, αλλά και να ερμηνεύσει το παρόν κείμενο, έχοντας πρότυπο τον Νεδουσαίο ο οποίος κατέχει στο DNA του την Ουσία των Πράξεων που συμμετέχει, είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως ακόλουθος. Ουδεμία μνεία θα γίνει στους επισκέπτες, Αμύητοι όντες, κάποιοι εκ των οποίων, επιθυμώντας, καλοπροαίρετα, να ζήσουν μέσα από τις πρωτόγονες τελετουργίες το κάτι διαφορετικό, «εμπλέκονται» με άστοχο και εξόφθαλμα αταίριαστο τρόπο. Πιστεύουν δε πως «ταιριάζουν» αφού από ευγένεια και σεβασμό στην αγνή, ως επί το πλείστον, πρόθεσή τους, οι Νεδουσαίοι δεν τους παρατηρούν. Δυστυχώς ένας πολύ μικρός επισκεπτών προσπαθεί να «εκβιάσει» την συμμετοχή του σε τελετές που δεν γνωρίζει και επαναλαμβάνει την «αστοχία» του κάθε χρόνο.                                                       
          Στο πρωινό μάζεμα του «Θιάσου» στο σπίτι-κονάκι από το οποίο ξεκινάει κάθε χρόνο η Γιορτή, συνάζονται οι ντόπιοι για να ετοιμαστούν, κυρίως ψυχικά, για τις Τελετές που θα ακολουθήσουν και στην επιτυχία των οποίων ο καθείς τους θα συμβάλλει σύμφωνα με τον «ρόλο» που θα του ανατεθεί  από τους «παλιούς Μυημένους». Με την λέξη «Μυημένοι» αναφέρομαι σε αυτούς που με την ωριμότητα της ηλικίας τους και την πολύχρονη παρουσία τους στο Δρώμενο, σε παλαιούς και νεώτερους χρόνους, παρέμειναν πιστοί στην Ουσία και στο επιδιωκόμενο Αποτέλεσμα. Το αν θα συνεορτάσουν με 10 ή 1.000 επισκέπτες και αν παρευρεθούν τηλεοπτικές κάμερες ή όχι, τους είναι αδιάφορο. Ο Στόχος είναι ένας: να συνεχιστεί το Δρώμενο, να εξασφαλιστεί η Υγεία της Κοινότητος και των Κατοίκων της, μαζί με την γονιμότητα των ανθρώπων, των ζώων και των καλλιεργειών. Στο σπίτι λοιπόν μαζεύονται ΜΟΝΟ οι Νεδουσαίοι. Έτσι γινόταν πάντα μέχρι που τους συνάντησα το 1995. Από το 1998 που ήρθε στη Νέδουσα η ΕΡΤ για να κινηματογραφήσει το Δρώμενο, έπαψε να ισχύει μερικώς αυτός ο κανόνας, κυρίως για κάποια πρόσωπα από διπλανά χωριά, που πολλά χρόνια παίρνουν μέρος ή για κάποιους πολύ «εξειδικευμένους» επισκέπτες.                                                                            
         Στο Μουντζούρωμα, πάντα από τον ίδιο φούρνο, μπορούν να πάρουν μέρος όλοι και κανένας δεν εξαιρείται, αφού αποτελεί μια πρόχειρη μεταμφίεση παράλληλα με την αντιβασκανική σημασία του και την συγκεκριμένη μέρα είναι υποχρεωτικό.                                                            .
        Στον Αγερμό, δηλαδή την επίσκεψη όλων όσων ακολουθούν την Πομπή σε όλα τα σπίτια του χωριού για ανταλλαγή «καλοχρονιάτικων» ευχών, μπορούν όλοι να την ακολουθήσουν, αφού το πλήθος των ευχών (συμμετοχή πολλών συνεορταστών) δίνει «δύναμη στην ευχή και αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της». Στην πορεία τα ντόπια μουσικά όργανα νταούλι και φλογέρα παίζουν διεγερτικούς σκοπούς και όμορφες συνοδευτικές πατινάδες. Κατά καιρούς έχουν «μπει αυθαίρετα» στην ομάδα των μουσικών κάποιοι «φιλότιμοι» αυτοσχέδιοι μουσικοί, οι οποίοι αφού δεν γνωρίζουν την ντόπια μουσική τεχνοτροπία, γίνονται «μουσική παραφωνία» και αλλοτριώνουν την αρμονία. Η ευγένεια των Νεδουσαίων δεν είναι λόγος να νομιμοποιείται η «αυθαιρεσία» και γι’ αυτό ο κάθε μη Νεδουσαίος που προτίθεται να πράξει ανάλογα θα πρέπει να είναι προσεκτικός. Αυτοί που θα συμμετέχουν στον Αγερμό θα πρέπει να ταιριάζουν ενδυματολογικά με τους ντόπιους και να μην έχουν ντυθεί αταίριαστα. Τα αντικείμενα που φέρονται από τους «καλαντιστές» είναι κυρίως μαγκούρες, ραβδιά, φαλλοί και κατασκευές που αποδίδουν το γονιμικό και σκωπτικό πνεύμα της ημέρας. Τα ραβδιά έχουν ειδική αξία που θα ερμηνευθεί παρακάτω.
       Οι Τράγοι με τις προβιές, τα τεράστια κέρατα και τα υπέρβαρα κουδούνια ΔΕΝ είναι για όλους. Τράγοι μεταμφιέζονται οι Ντόπιοι, που γνωρίζουν τις απαιτήσεις του «ρόλου» και ξέρουν να φερθούν ανάλογα χωρίς να κινδυνέψουν οι ίδιοι και οι συνεορταστές από τα τσέπια-κέρατά τους. Ο κίνδυνος ατυχήματος ελλοχεύει και μόνον οι ντόπιοι παίρνουν την ευθύνη να κινηθούν ανάμεσα στον κόσμο βαριά και επικίνδυνα ντυμένοι. Γι’ αυτό αυτοί που θα ήθελαν να νιώσουν την χαρά της μεταμφίεσης σε νεδουσέικο Τραγί, δεν θα πρέπει να «φορτώνονται» στους υπεύθυνους, διότι αυτοί οι «ρόλοι» «απονένονται» σε Νεδουσαίους σχετικούς και ειδικούς.                                                                                                                                                                                                                                        
       Η Αροτρίοση είναι η σημαντικότερη στιγμή της μέρας και εκτελείται αποκλειστικά από Νεδουσαίους. Ως συνεορταστές μπορούν να νιώσουν την κατανυκτικότητά της και να δείξουν την συμμετοχή τους στην Ιερή Πράξη μόνο Σιωπώντας και ριγώντας.                                                                                                   .                               
      Στον Γάμο και στην Κηδεία οι συμμετέχοντες στις πομπές είναι ντόπιοι ή εξ ομόρων κοινοτήτων.
 Ο επισκέπτης μπορεί να χορέψει στα ενδιάμεσα των Τελετών.                                                                        .
      Συμπερασματικά ο κάθε επισκέπτης στη Νέδουσα το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα, μπορεί να χορέψει, να φάει και να πάρει μέρος Μόνο στο Μουντζούρωμα και στον Αγερμό. Το ίδιο ισχύει και για τους μουσικούς. Μόνο οι ντόπιοι γνωρίζουν τους μουσικούς ρυθμούς και Μόνο αυτοί τους παίζουν. Οι καλοπροαίρετοι συνερταστές πρέπει να το καταλάβουν και να μην παίρνουν «άτακτες» πρωτοβουλίες, διότι ναι μεν πρόκειται για «αποκριάτικο», αλλά δεν πρόκειται για αποκριάτικες αστικές καρικατούρες καρναβαλικών γιορτών, των οποίων το επιδιωκόμενο είναι να κονομήσουνε οι μαγαζάτορες γενικώς και να ξεφαντώσουν μπουλουκηδόν οι συμμετέχοντες, κυρίως τα καλομαθημένα μειράκια. Δεν είναι κακό βέβαια αυτό αφού είναι το ζητούμενο στις πόλεις που επιβάλλει η συγκρότησή τους. Στα αγροτικά δρώμενα όμως υπάρχει Δομή, Τάξη και Σεβασμός για να έχουν επιτυχία οι Τελετές και να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο που δεν είναι άλλο από την Επιβίωση.  
Οι Μαγκούρες, τα Ραβδιά και το κάθε τι που τους μοιάζει χρησιμοποιούνται από τα μέλη του «Θιάσου».

Αγερμός και τα μέλη του. Φωτό. Φώτης Κουτρουμπής 2008

Τα πρώτα χρόνια που παρακολουθούσα την εξέλιξη του Δρωμένου τα έβλεπα απλώς ως υποβοηθητικά μέσα. Διαπιστώνω όμως πως δεν έχουν μόνο αυτή την χρήση. Μου έκανε εντύπωση πως στον Αγερμό κυρίως, που ο «Θίασος» περπατάει σε όλο το χωριό, κάποιοι από τους μυημένους κρατούσαν μεγάλα ραβδιά σαν τέμπλες και τις «ανέμιζαν» στον αέρα με έναν τρόπο, «απειλητικό» θα έγραφα ή κτυπούν με αυτά ελαφρά τις πλάτες. Το ίδιο και κάποιοι άλλοι τις παραδοσιακές μαγκούρες. Φαίνεται πως και εδώ κρύβεται μια σπουδαία ερμηνεία που τολμώ να καταθέσω και πιστεύω πως υπάρχει στο DNA των Νεδουσαίων, μιας και πολλές φορές μου έχουν εμφανίσει στοιχεία και πράξεις που συνδέονται με τις τελετουργίες  του Δρωμένου και φυσιολογικά εκτελούν.                                                                                  
          Αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ρητά πως από την 11η μέχρι και την 13η μέρα του μήνα Ανθεστηριώνα, περίπου στις αρχές της Άνοιξης στην εναλλαγή του σημερινού Φεβρουαρίου και Μαρτίου, γινότανε η σπουδαία γιορτή Ανθεστήρια προς τιμήν του Θεού
 Διονύσου, τελούμενη στην Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις. Τα Ανθεστήρια φέρονται επίσης με τη γενικότερη ονομασία «Διονύσια». Στην αρχική του μορφή ο εορτασμός τους στην Αρχαία Αθήνα ήταν τριήμερος,  τα «Πιθοίγια», οι «Χόες» και οι «Χύτροι».                                                                       .
        Πολλοί μελετητές των ελληνικών γιορτών παρατήρησαν πως τα Ανθεστήρια διέπονταν από «μια νότα θλίψης». Τα πράγματα δεν ήταν τόσο χαρούμενα όσο φαίνονταν. Τούτο οφείλεται είτε στην «φυσική μελαγχολία της Άνοιξης» ή στο γεγονός πως ο Διόνυσος είχε τη «χθόνια όψη» του και
ήταν «Κύριος των ψυχών». Την ημέρα των Χοών οι Αθηναίοι την θεωρούσαν άτυχη διότι πίστευαν πως εκείνη την ημέρα «σηκώνονταν τα πνεύματα των νεκρών». Τα ιερά περιφράσσονταν με σκοινιά (δες και τα σημερινά τάματα στην περικύκλωση εκκλησιών με κερένιο σκοινί) και ο κάθε νοικοκύρης άλειφε την πόρτα του σπιτιού του με πίσσα με σκοπό να κολλήσει εκεί κάποια ψυχή που θα προσπαθούσε ένα μπει μέσα. Την 3η μέρα η φράση «Έξω Κήρες, δεν είναι πλέον Ανθεστήρια» κυριαρχούσε και έδινε το σύνθημα του τέλους της γιορτής.                                                        .
       Σε ποια στιγμή όμως των 3ημερων γιορτών είχαν βγει οι Ψυχές; Η ερευνήτρια των αρχαίων ελληνικών γιορτών
Jane Ellen Harisson μελέτησε την εικόνα μιας ληκύθου του πανεπιστημιακού Μουσείου της γερμανικής πόλεως Ιένα

Ο Ερμής κα οι Κήρες. Από το βιβλίο Αρχαίες Ελληνικές γιορτές της Jane Hellen Harrison, σελ.67

και το συμπέρασμά της είναι πως απεικονίζει τα Πιθοίγια, και ο Ερμής επανακαλεί τις ψυχές στον ταφικό πίθο τους. Τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων είναι τα πρωτόγονα Πιθοίγια των ταφικών πίθων, τα οποία υπερκεράστηκαν από τα Πιθοίγια του ανοίγματος των πίθων του Οίνου. Αυτό που προτάσσει ο Ερμής είναι Η ΡΑΒΔΟΣ, βάκτρον, και εν προκειμένω η μαγική ράβδος του δεξιού χεριού του που κατευθύνει τις Ψυχές-Κήρες. Αυτό το Ραβδί έγινε σύμβολο όλων εκείνων που κυριαρχούν πάνω στους νεκρούς. Η Ράβδος και όχι το Κηρύκειο-Σκήπτρο είναι το σύμβολο της ζωής ή του θανάτου. Η Ράβδος ως μαγικό ραβδί ήταν πεισίβροτος, σαγηνευτής νεκρών, πριν γίνει σκήπτρο πεισίβροτος, κυβερνήτης θνητών. Η Ράβδος χρησιμοποιείται είτε για την επίκληση είτε για την αποτροπή των φαντασμάτων-ψυχών, για την εισαγωγή (επαγωγή) των καλών πνευμάτων  και για τον εξορκισμό (αποτροπή) των κακών. Ο αρχαίος συγγραφέας Αθήναιος αποδεικνύει πως την περίοδο των Ανθεστηρίων θεωρείτο η έλευση των ψυχών ως άμεση προώθηση της γονιμότητος.                       .                                                            
         Στη Χριστιανική θρησκεία «βγαίνουν» την ίδια περίοδο οι ψυχές των νεκρών στον Πάνω Κόσμο, δηλαδή βγαίνουν για μια εβδομάδα την περίοδο των Αποκριών και «επιστρέφουν» το Ψυχοσάββατο, πριν την Καθ. Δευτέρα. Στη Νέδουσα μέσα στο μοτίβο των συνεχών ιεροπραξιών με στόχο την εξασφάλιση της γονιμότητος, ο μυημένος σημερινός  Νεδουσαίος του «Θιάσου» έχει «κληρονομήσει» λειτουργικά τις πρωτόγονες πράξεις και τις «ιδεοληψίες» των προγόνων του και πράττει καθώς έπρατταν και αυτοί. Εκείνοι οι παλαιοί «έπρατταν εξ ανάγκης» και  προσπαθούσαν να εξευμενίσουν επουράνιες και χθόνιες θεότητες για να συμπράξουν στην γονιμότητα διότι ήταν ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν. Οι σημερινοί Νεδουσαίοι διάδοχοι ενός προϊστορικού παρελθόντος που ανάγεται σε προ-Διονυσιακές εποχές (με την ύπαρξη του Δρωμένου αποδεικνύεται και η κατοίκηση της Νέδουσας και της ευρύτερης περιοχής πως είναι «εξ αρχαιοτάτων χρόνων»), «παρέλαβαν» το Δρώμενο αγνοώντας τις ερμηνείες του μέχρι και το 1998. Μετά την «ανακάλυψή του» και την περιγραφική δημοσιοποίησή του από τον γράφοντα, η επιστημονική κοινότητα απεδέχθη την φυσική εξέλιξη και ύπαρξή του και οι κάτοικοι της Νέδουσας, αλλά και οι ενδιαφερόμενοι ξένοι, άντλησαν πληροφορίες από τις επιστημονικές ερμηνείες που δόθηκαν από τον καθηγητή Λαογραφίας κ. Μιχάλη Μερακλή το 2001 και από τον Δ/ντή του Κέντρου Έρευνας Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας κ. Γεώργιο Αικατερινίδη το 2006. Έτσι το Δρώμενο συνεχίζεται με ουσιαστικό ακόμη σκοπό -παρ’ όλο που ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής δεν «συναινεί» στα παναθρώπινα αιτήματα της «Γονιμότητος» και της «Καρποφορίας»-, αλλά όλοι πλέον αποδέχονται την γενική απλοϊκή ερμηνεία πως το Δρώμενο το πράττουν και οι σημερινοί Νεδουσαίοι διότι «αν δεν γίνει μια χρονιά δεν θα είναι καλό για το χωριό». Ο Νεδουσαίος εξακολουθεί να ηχεί τα κουδούνια του για να τρομάξει τους κακούς δαίμονες της βλάστησης και να ξυπνήσει τους καλούς, ντύνεται με δέρματα, διότι τα αντικείμενα
Februa είναι καθαρτικά (εξ ου και ο μήνας Φεβρουάριος) και μέσω της εξαγνιστικής δύναμής τους γίνονται φυλαχτά γονιμότητος, ερωτεύεται πάνω στο τρεις φορές οργωμένο χώμα, θρηνεί το «νεκρό» και τον καλεί για ανάσταση στον ενιαύσιο κύκλο ζωής. Πιστεύω λοιπόν πως κρατάει την Ράβδο και για να καλέσει τις Ψυχές των προαπελθέντων Νεδουσαίων να βοηθήσουν στην πρόκληση της γονιμότητος, αλλά και, στο τέλος της γιορτής με την ίδια Ράβδο, να τις διώξει για να ολοκληρωθεί το Δρώμενο και το Ψυχοσάββατο αλλά  και να ξεκινήσει η Σαρακοστή.                                                                            
          
Το Ραβδί εκτός από μαγκούρα, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να είναι ένα ξερό ξύλο, μα και μια τέμπλα, χλωρό και μακρύ κλαρί που ζει και βλασταίνει μέσα στο χειμώνα και που χρησιμοποιείται ως πατερίτσα ή σκήπτρο, «που συμβολίζει το Δέντρο της Ζωής, το Ξύλο, δηλαδή Δέντρο του Παραδείσου, κατά την βυζαντινή ορολογία, και ο κάτοχός του το κρατάει επικουρικά και μερικές φορές το κινεί πάνω-κάτω δείχνοντας την όρθωση του ανδρικού οργάνου αναπαραγωγής που λαϊκά λέγεται ‘‘Μαγιόξυλο’’. Το σκήπτρο αυτό δηλώνει την Εξουσία του κατόχου, καθώς και το λεμόνι που κρατούν συνήθως οι πρωταγωνιστές σε σχετικά δρώμενα, και που εξυμνείται στα δημοτικά τραγούδια σαν εξαιρετικό χάρισμα πλούσιου γυναικείου στήθους (και γι αυτό υπάρχει η σχετική έκφραση των ερωτικών γενικά επιδόσεως ως «αρεσκείας στα ξινά»). Το λεμόνι αυτό επίσης δηλώνει, όπως στο σφαιρικό σύμβολο εξουσίας με τον σταυρό που έφεραν οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, την θεηγόρο προβολή της
Urbi et Orbi-δηλαδή στην Πόλη και στην Οικουμένη, δηλαδή Εξουσία σε όλο το Ντουνιά» γράφει ο Θάνος Μουρράης-Βελλούδιος.     
         
Ο Βάλτερ Πούχνερ, καθηγητής θεατρολογίας και Λαογράφος, ερμηνεύει την χρήση του ραβδιού-βέργας. «Στην Θράκη έχουν την «σούρβα», τη βέργα που χτυπούν κάποιον στην πλάτη το πρωί της πρωτοχρονιάς «για υγεία». Ομάδες καλαντιστών, γράφει, κρατούν το «ματσούκι» και στα σπίτια που επισκέπτονται ανακατώνουν με αυτό τη φωτιά στο παραγώνι (ώστε να φουντώσει η δύναμή της)». Και συνεχίζει γράφοντας πως «το ματσούκι, με την κεφαλή μπροστά, χρησιμοποιείται στην ρυθμική υπόκρουση των καλάντων, για την δημιουργία θορύβου που διώχνει τα δαιμόνια και μερικές φορές έχει φαλλική σημασία, αφού με αυτό χτυπούν-αγγίζουν τις νύφες ή τις στείρες γυναίκες, μεταφέροντας την γονιμοποιητική ικανότητα».                                                                                                                                                                                                                                     
          Ράβδο κρατάνε, σε διάφορες μορφές, οι Στρατηγοί, οι ανώτατοι θρησκευτικοί ηγέτες, οι Βασιλείς και…οι Ρομά. Ηλικιωμένοι Ρομά διαφόρων επαγγελμάτων-παλαιότερα- κράταγαν συνήθως ένα ραβδάκι του ενός μέτρου περίπου, ίσιο με κόμπους, το οποίο δεν είχε εκτός περιβάλλοντος ιδιαίτερη αξία, αποτελούσε όμως ένα εξουσιαστικό εξάρτημα μέσα στην φυλή. Τις τελευταίες μέρες βλέπω στην Καλαμάτα-στην γειτονιά μου- να κυκλοφορεί με «ράβδο εξουσίας» τρόφιμος των φυλακών, προσφάτως αποφυλακισθείς.                                                                         .
Η μέρα του Ανάποδου Κόσμου. Ο ενιαύσιος κύκλος της Φύσης με το Θάνατό της και την Ανάστασή της, είναι ένα εξαιρετικό φιλοσοφικό μοτίβο, που «εξοικειώνει» τα νέα παιδιά με αυτά τα φαινόμενα. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε όλα όσα συμβαίνουν στη Νέδουσα και σε παρόμοια Δρώμενα, αν εκτός από τις ιεροπραξίες των ενηλίκων δεν υπήρχε και η «διδασκαλία» τους προς τις νεώτερες γενιές διαδόχων. Τα υπό μύηση παιδιά μαθαίνουν να ακολουθούν τους μυημένους μεγάλους και να κοινωνικοποιούνται «πράττοντας». Θα δεχτούν να Μουντζουρωθούν, αφού το μουντζούρωμα αποτελεί βασικό αντιβασκανικό παράγοντα (διώχνει τα κακά πνεύματα που επιβουλεύονται την Υγεία). Η πίσσα, το φούμο, η καπνιά χρησιμοποιούνται για να ξορκίζονται τα κακά πνεύματα (σταυρός με το κερί στην πόρτα του σπιτιού μετά την Ανάσταση). Ο Φώτιος γράφει στο λήμμα «μιαρά ημέρ» για τις Χόες τον μήνα Ανθεστηρώνα, κατά τις οποίες πίστευαν ότι τα πνεύματα των νεκρών ανασταίνονταν και πως «οι άνθρωποι μασούσαν ράμνο και άλειφαν τις πόρτες με πίσσα-εν ω δοκούσιν αι ψυχαί των τελευτησάντων ανιέναι, ράμνων έωθεν εμασώντο και πίττη τας θύρας έχριον».                                                                                       .
           Τα παιδιά θα ακολουθήσουν στον Αγερμό και θα μάθουν να γίνονται κοινωνικά, να ανταλλάσουν τις σωστές ευχές με τους νοικοκυραίους και να γνωρίσουν όλα τα μοναπάτια του χωριού. Θα ντυθούν τραγάκια και με τα κουδουνάκια τους θα τρομάξουν τον Χειμώνα να φύγει. Θα συνοδεύσουν τον Ζευγολάτη στην Αροτρίοση και «θα σπείρουν, θα θερίσουν, θα κλαδέψουν» εικονικά. Θα κηδέψουν το Νεκρό και θα «θρηνήσουν» γελώντας, αλλά και θα χορέψουν τους αναστάσιμους χορούς. Και όλα αυτά κινούμενα μέσα σε ένα πλαίσιο που η βωμολοχία και τα φαλλικά ομοιώματα κυριαρχούν, κανένας δεν ενοχλείται και τα παιδιά Διδάσκονται και Μαθαίνουν τα μυστήρια της Ζωής.                                                                                  .
            Ο Θάνατος είναι το συγκλονιστικότερο βίωμα των μικρών και των μεγάλων. Όμως ο Θάνατος γίνεται «μια δύναμη σχετική που νικιέται τελικά από την ζωή. Το καρναβάλι δίνει σε αυτό το φοβερό και ανεπανόρθωτο στα μάτια μας γεγονός, μια φαιδρή και εύθυμη όψη καθώς το συνδέει πάντα με μια ανάσταση. Γιατί οι νεκροί μοιάζουν με τους σπόρους που θάβονται επίσης στο χώμα και προσδοκούν την επιστροφή στη ζωή. Η συμφιλίωση με το θάνατο δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση της απεριόριστης υπαρξιακής ελευθερίας, που εκδηλώνεται με την αμφισβήτηση  κάθε κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η καταλυτική αυτή οπτική, υιοθετώντας τη γλώσσα του γέλιου μέσα από την ανεξέλεγκτη διακωμώδηση των πάντων, ξεσκεπάζει την αντίφαση ολοκλήρου του κοινωνικού συστήματος και αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο αλλά και την σχετικότητα κάθε κοινωνικής δομής, κάθε τάξης, κάθε εξουσίας» γράφει ο Γιάννης Κιουρτσάκης.                                                     .                                                         
         Μου έλεγε η «θεια» Όλγα Θεοδωρακάκη (θεός σχωρέστη) πως «η μάνα μου καβάλαγε τους χωροφυλάκους» εννοώντας πως τα παλιότερα χρόνια στο καρναβάλι της Νέδουσας αν τολμούσε να παρευρεθεί χωροφύλακας-ως όργανο της τάξης και εκπρόσωπος του νόμου-πηδούσε στην πλάτη του για να τον «ξεφτιλίσει», αφού εκείνη την ημέρα η εξουσία του δεν είχε πέραση αλλά και επειδή η πράξη της ήταν στα πλαίσια της αμφισβήτησης της κάθε εξουσίας και δεν θα  είχε καμία επίπτωση (αν αυτό το έκανε οποιαδήποτε άλλη μέρα θα υφίστατο δίωξη).

«Ο Ανάποδος Κόσμος». Ο φύλακας της τάξης και ο Ανατροπέας της. Φωτό Θανάσης Βαρελάς 2001

         Αυτή τη μέρα «του ανάποδου κόσμου» οι άνδρες ντύνονται γυναίκες, οι γυναίκες άνδρες, οι φτωχοί άρχοντες, οι παλαβοί βασιλιάδες (στοιχείο του μυθιστορήματος του Ουγκό, που αναφέρεται στον έρωτα του καμπούρη Κουασιμόδου, κωδωνοκρούστη στην Παναγία των Παρισίων, με την όμορφη τσιγγάνα Εσμεράλδα και τον οποίον  οι κάτοικοι του Παρισιού-σε μια αποκριάτικη γιορτή-τον ονομάζουν βασιλιά για μια μέρα) κ.ο.κ. Μέσα σε αυτή την τρέλα της μεταμφίεσης  ο Ζευγολάτης -στην ιερότερη στιγμή της μέρας- εισέρχεται με το αλέτρι του και τα δαμαλάκια του στην πλατεία της Νέδουσας και οργώνει «τρεις φορές ανάποδα, οδηγώντας τα αντίθετα από την φορά του ρολογιού, δηλ. από δεξιά προς αριστερά», ανάποδα από την Τάξη που γυρίζει η Γη και το Σύμπαν. Η ανατροπή επέρχεται με όλα όσα βωμολοχικά ακούγονται, με την κατάχρηση φαλλικών ομοιωμάτων, με την έκφραση άσεμνου-κατά την αστική ορολογία-λόγου και γενικά «υπάρχουν εκφράσεις, που κατορθώνουν συγχρόνως μια τέλεια διατύπωση και τη μετακένωση ενός δεινού, αχόρταγου πόθου και, έτσι, την απελευθέρωση από αυτόν, αφού, ακριβώς ο πόθος αυτός εξωτερικεύεται, ανακοινώνεται. Καταργείται εδώ η συνθήκη της καταχωνιασμένης libido. Η χωριάτικη πλατεία και αυλή ήταν, εκτός από τα άλλα, και ένα δημόσιο προληπτικό ψυχιατρείο, στα όρια του ιστορικά εφικτού βέβαια. Naturalia non sunt turpia, δηλαδή τα  φυσικά  πράγματα  δεν είναι αισχρά. Αν ήθελα να προσθέσω κάτι σε σχέση με αυτή τη φράση, θα έλεγα ότι στις περιπτώσεις των δρωμένων δεν πρόκειται απλώς για φυσικά πράγματα: στην αρχική τουλάχιστον λειτουργία των δρωμένων, αυτά ανέβαιναν σε ένα άλλο επίπεδο. Το επίπεδο της τελετουργίας και μιας αρχέγονης λατρείας. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε π.χ. να εννοήσουμε και να σεβαστούμε ανάλογα συμπαρομαρτούντα σεξουαλικά στοιχεία της διονυσιακής λατρείας;» γράφει για το Δρώμενο της Νέδουσας ο καθ. κ. Μιχ. Μερακλής. Ο Βάλτερ Πούχνερ γράφει πως «…τίποτε δεν γίνεται όπως στην καθημερινή ζωή. Αυτή η ελευθερία δεν περιορίζεται μόνο στα λόγια, αλλά απλώνεται και σε παντομιμικές πράξεις, εκδηλώνεται με σεξουαλικά και άλλα υπονοούμενα, αλλά είναι τελετουργική. Δεν προκαλεί παρεξηγήσεις. Δεν συγκρούεται δηλαδή με αξίες όπως η τιμή, η ντροπή, η αξιοπρέπεια ή με ιδανικές συμπεριφορές όπως: σεμνότητα, εγκράτεια, και τιμιότητα. Κατά την διάρκεια της γιορτής ισχύουν άλλοι κανόνες συμπεριφοράς. Ειδικά στο καρναβάλι, πολλές φορές ακριβώς οι αντίθετοι από εκείνους της καθημερινής ζωής. Αυτό το μοτίβο του «ανάποδου κόσμου» βρίσκουμε ήδη στην αρχαιότητα.                                                                                                       
                                                                                                       

          
Η επαφή με τη Γη. Ο μύθος της πάλης του Ηρακλή με τον Ανταίο (γιο της θεάς Γης) είναι η μυθική ερμηνεία της δύναμης που παίρνει αυτός που πατά στη Γη. Ο πρωτόγονος άνθρωπος  «αναγνώρισε»  πως η Γη του δίνει δύναμη, ασφάλεια και κυρίως τροφή. Στο Δρώμενο της Νέδουσας ο Ζευγολάτης-Βουζύγης οδηγεί τα «δαμαλάκια του». Πάντοτε τα «δαμαλάκια» της Νέδουσας, (αλλά και τα «δαμαλάκια» σε παρόμοια δρώμενα της Β. Ελλάδος) είναι ζυγός αριθμός 2 ή 4 και πάντα είναι νέοι «άλκιμοι αρρενωποί έφηβοι του χωριού που σύρουν με το νεανικό σφρίγος τους το αλέτρι «εις μιαν νοητήν ρήξιν του υμένος της Παρθένου Γης», καθώς περιγραφικά ακριβολογεί ο Θάνος Μουρράης-Βελλούδιος για το Δρώμενο του «Καλόγερου» στην Αγία Ελένη Σερρών. Στη Νέδουσα λοιπόν και στην διάρκεια της  Αροτρίοσης, κάποια στιγμή σε μια από τρεις περιστροφές, πέφτουν κάτω στη Γη. Η αρχική μου εντύπωση ήταν πως επρόκειτο για απρογραμμάτιστη πτώση προερχόμενη πιθανώς από την ένταση της ιερής στιγμής ή και ως αποτέλεσμα της άκρατης οινοποσίας. Το συμπέρασμα όμως που έβγαλα παρακολουθώντας τους νέους που θα υποδυθούν τους «δάμαλους» και καταγράφοντας τα δέκα τελευταία χρόνια την πτώση τους, με συγκλόνισε.

Συνεύρεση με την Χθόνα Γην. Φωτό Τάσος Βαμβακάς 2006

 Ενώ ψυχολογικά και σωματικά αντέχουν, πέφτουν κάτω, μιμούμενοι τους παλαιότερους, για να πάρουν, κατ’ αρχήν, δύναμη από την Μητέρα-Γη, αλλά μέσα στο πέσιμό τους διακρίνονται κινήσεις εμβολισμού που συμβολίζουν «την συνεύρεσιν εις αυτούσιαν συνουσίαν με την Χθόνα Γην», όπως το εξηγεί ο Θάνος Μουρράης-Βελλούδιος.
Ο Γάιδαρος.  Δίπλα στις  Μαινάδες ως συμπλήρωμά τους στη συνοδεία του Διονύσου υπήρχαν όντα ειδικού χαρακτήρα, μισο-άνθρωποι και μισο-ζώα, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί, που όντας στην αρχή ξεχωριστοί, κατέληξαν αργότερα να συγχέονται και να θεωρούνται όμοιοι. Είναι ιδιαίτερα γνωστοί από τις πολυάριθμες καλλιτεχνικές απεικονίσεις τους, παρά από λογοτεχνικές πηγές. Η πατρίδα των Σατύρων φαίνεται πως ήταν η Πελοπόννησος και ειδικότερα η Αρκαδία, ενώ οι Σειληνοί που κατάγονταν από τη Θράκη και τη Φρυγία ξεχώριζαν από τους Σάτυρους, μοιάζοντας πολύ με Κένταυρους. Οι Σειληνοί βοήθησαν τον Διόνυσο κατά τη Γιγαντομαχία, καβάλα σε γαϊδάρους, που τα γκαρίσματά τους τρομοκράτησαν τους αντίπαλους των Ολύμπιων. Το γαϊδούρι πέρασε στην Ελλάδα από την Ανατολή μαζί με την λατρεία του θεού Διόνυσου. Έγινε μέλος των  Διονυσιακών παρελάσεων για πολλούς λόγους. Οι λόγοι είναι πως άντεχε να μεταφέρει αναβάτες, διότι έχει αστεία όψη, διότι το γκάρισμά του είναι φασαριόζικο, αλλά και διότι ο μεγάλος φαλλός που έχει ταίριαζε απόλυτα με τον Διονυσιακό χαρακτήρα αυτών των γιορτών. Η φράση «την έχει γαϊδουρινή» είναι γνωστή και εν χρήσει.  Στο  Δρώμενο της Νέδουσας τα γαϊδουράκια συμμετέχουν σε δύο φάσεις, όπως στις κωμικές παρελάσεις των αρχαίων με το ονάριον του Διονύσου. Στον  Αγερμό μεταφέρουν το πούργι με τα φιλέματα των νοικοκυραίων. Στον Γάμο μεταφέρουν τη Νύφη και τον Γαμπρό, αλλά και χαρακτηριστικούς καλεσμένους- συνοδούς.


.
Ο Γάιδαρος και ο Γαμπρός. Φωτό Τάσος Βαμβακάς 2006

Φαλλοφορίες:  Στο Δρώμενο της Νέδουσας κυκλοφορούν Φαλλοί όλων των μεγεθών. Συστηματική Φαλλοφορία γίνεται στον Αγερμό και στον Γάμο. Οι Φαλλοί περιφέρονται από γυναίκες και άνδρες.  Ο Φαλλός  είναι το φανερό σύμβολο της γονιμοποιού δυνάμεως στη Φύση. Με τον παραλληλισμό ανάμεσα στην ανθρώπινη, την ζωική και τη φυτική γονιμότητα, που είναι ολοφάνερος στους αγροτικούς λαούς σε ένα πιο πρωτόγονο στάδιο, ο Φαλλός έχει τη θέση του σε πανάρχαιες ιεροτελεστίες της γονιμότητας. Τον  κρατούσαν και σε όλες τις διονυσιακές πομπές. Αισχρολογία και απεικονίσεις γεννητικών οργάνων είναι χαρακτηριστικά όλων των γιορτών που αποσκοπούν στη γονιμότητα, στη γένεση ανθρώπων και καρπών.                                                    .
       
        Όμως ο Φαλλός έχει και  άλλες δύο ιδιότητες  οι οποίες συμπεραίνονται από μία σκανδαλιστική αλλά αξιομνημόνευτη περίπτωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας : την ερμαϊκή στήλη. Αυτή ήταν ένα μάλλον επιβλητικό, συνήθως γενειοφόρο, κεφάλι  πάνω σε μια τετράπλευρη στήλη και στην κατάλληλη θέση, ένας μη δυνάμενος να παρερμηνευθεί, ρεαλιστικά αποδοσμένος, όρθιος Φαλλός. Αυτές οι ερμαϊκές στήλες ήταν συνήθως τοποθετημένες στις εισόδους σπιτιών, σε σταυροδρόμια έξω από πόλεις, στην αγορά και στα σύνορα μεταξύ πόλεων. Δεν ήταν στημένες στην κρεβατοκάμαρα, ούτε σε χωράφια με σιτηρά, ούτε σε στάβλους. Ο ρόλος τους ήταν αποτροπαϊκός δηλ. αποτρεπτικός. Ποιος είναι όμως αυτός που πρέπει να κρατηθεί μακριά με τέτοια μέσα ; Οι απρέπειες μάλλον τραβούν το βλέμμα, γι αυτό και αποτρέπουν το κακό μάτι, πρότεινε ο Πλούταρχος. Οι  άνθρωποι συνειδητά ή ασυνείδητα γνωρίζουν τι σημαίνει αυτή η πράξη επίδειξης : μία εκδήλωση που μεταδίδει ένα μήνυμα  ισχύος  με τη σημασία του. Κάθε άτομο που πλησιάζει απ’ έξω -σπίτι, πόλη- θα παρατηρήσει ότι αυτή η ομάδα που είναι μέσα -σπίτι, πόλη-δεν αποτελείται από ανίσχυρες γυναίκες και παιδιά, αλλά απολαμβάνει της προστασίας του ανδρισμού.                                          
 
                         
 Φαλλός. Φωτό Γ. Παπαδόπουλος 1997 

                          


                                               Αγερμός με Φαλλό. Φωτό Τάσος Βαμβακάς 2006

                Για τη χρήση του Φαλλού ο λαογράφος-ερευνητής Μ. Κοπιδάκης σχολιάζει: «Ακόμη και στους τάφους οι φαλλικές απεικονίσεις δεν είναι σπάνιες. Ο Φαλλός υποδηλώνει τη μακαριότητα της μετά θάνατον ζωής, διασφαλίζει τη γαλήνη του νεκρού και προοιωνίζει τη μέλλουσα αναγέννηση ή ακόμη και την εκ νεκρών ανάσταση». Συνεχίζοντας αναφέρει «Τα άσματα των νέων Φαλλοφόρων, που είναι ως είδος έκφρασης και Διονύσου αρχαιότερα, φαιδρύνουν τις γονιμικές γιορτές, διακηρύσσοντας πως όσο ο Φαλλός, ο συνεργός πάσης γενέσεως, σφριγά, δεν έχει ο θάνατος τον τελευταίο λόγο», ενώ ο Burkert  λέει: «οι τελετουργίες με σεξουαλικά στοιχεία γίνονται κατανοητές κυρίως ως μαγείες ευφορίας».                                                                                                                                           
                                     
«Όσο ο Φαλλός σφριγά δεν έχει ο θάνατος τον τελευταίο λόγο». Φωτό Χρήστος Ν. Ζερίτης 2012

Σκυλιά  : Το 1997 έκανα την πρώτη βιντεοσκόπηση του Δρωμένου και την φωτογραφική του απεικόνιση είχαν αναλάβει ο Γιάννης Παπαδόπουλος και ο Τάκης Ροϊδάκης, στους οποίους είχα «αποκαλύψει» τις υποψίες μου πως επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό και πως η δική τους συμβολή θα με βοηθούσε στην παρουσίασή του στους Επιστήμονες-Λαογράφους κ.κ. Μερακλ ή και Αικατερινίδη.  
Ο Νικήτας και ο Σκύλος του συμμετέχουν στο Δρώμενο το 1997. Φωτό Γιάννης Παπαδόπουλος

            Σε κάποια στιγμή που κατέγραφα τα δρώμενα, αντιλήφθηκα μεγάλη αναταραχή και κάποιοι από τον «Θίασο» γύρισαν πίσω, κάποιοι άλλοι φαίνονταν αναστατωμένοι κ.ο.κ. Τι είχε συμβεί. Ο Νικήτας Βεργινάδης κουβαλούσε στην πλάτη του και πότε στην μασχάλη του έναν ωραίο μαύρο Σκυλάκο. Σε όλη την πορεία οι πορευόμενοι τον πείραζαν, του τράβαγαν τα αυτιά, τον ειρωνευόντουσαν και του μιλούσαν προσβλητικά (του Σκύλου βέβαια). Κάποιος έδωσε στον Σκύλο να φάει ένα μεγάλο κομμάτι παστό, αλλά αυτός δεν μπόρεσε να το καταπιεί και του κάθισε  στον λαιμό. Αναστατωμένος ο Νικήτας γύρισε στο σπίτι του να βοηθήσει τον Σκύλο του και τον ακολούθησαν συγγενικά του πρόσωπα. Όταν το Δρώμενο ολοκληρώθηκε και γύρισα στο σπίτι του Νικήτα διαπίστωσα πως ο Σκύλος ήταν καλά πλέον και ο ίδιος ο Νικήτας μου περιέγραψε με τρόμο τις προσπάθειες που έκαναν για να τον σώσουν. Τον ρώτησα γιατί κουβάλαγε τον Σκύλο μαζί του και μου απάντησε πως «ήταν έθιμο».
Τα μετέπειτα χρόνια, μελετώντας λαογραφικά βιβλία που μου συνέστησαν οι κ.κ. Μερακλής και Αικατερινίδης, βρήκα τις ερμηνείες για την συμμετοχή Σκύλων στα αποκριάτικα Δρώμενα. Παραθέτω κάποιες:  Το έθιμο του "Μπέη" ή "Κιοπέκ Μπέη", τελείται στις περιοχές Διδυμότειχου, Ορεστιάδας και Τριγώνου, την περίοδο της Αποκριάς με διάφορες παραλλαγές. Στην βασική του μορφή, ένας άρχοντας ο "Μπέης" με τους ακολούθους του, περιέρχεται τα σπίτια του χωριού, όπου δέχεται κεράσματα και δίνει ευχές. Ακολουθεί στην πλατεία, αναπαράσταση οργώματος και της σποράς, ο συμβολικός θάνατος και η ανάστασή του.
 Κιοπέκ-μπέης σημαίνει ο μπέης των σκυλιών.
Ο Βάλτερ Πούχνερ γράφει : «Ανάμεσα στα λαϊκά έθιμα συναντάμε και περιπτώσεις όπου το αρχικό νόημα του δρωμένου έχει χαθεί. Με τις σημερινές μας αντιλήψεις το δρώμενο παραμένει ανεξήγητο. Αυτό συμβαίνει διότι τις πράξεις αυτές δεν τις εγκρίνουμε, τις βρίσκουμε αποκρουστικές. Μια τέτοια περίπτωση είναι το βασάνισμα των μαντρόσκυλων την Καθαρή Δευτέρα, έθιμο που απαντά στην Βουλγαρία, στην Τουρκία και στην Ελλάδα. ……οι τελεστές του εθίμου απαντούν πως το κάνουν «για να μην αρρωστήσει το σκυλί από λύσσα». Αυτός ο δυσεξήγητος και για το σημερινό κοινό αίσθημα αποκρουστικός βασανισμός των σκυλιών, φαίνεται να έχει κάποια σχέση με την ύπαρξη κυνοκέφαλων δαιμόνων, στους οποίους πιστεύουν όλοι οι βαλκανικοί  λαοί. Πρέπει να έχει επίσης κάποια σχέση με την Καθαρή Δευτέρα, η οποία λέγεται και «Σκυλοδευτέρα». Αυτός ο συσχετισμός του σκύλου με δαιμονικά όντα και την Καθ. Δευτέρα, δηλαδή ημερομηνία γενικής κάθαρσης, φαίνεται πως ανάγεται στην αρχαιότητα.  Ο σκύλος θεωρήθηκε τότε χθόνιος δαίμονας των νεκρών (να θυμηθούμε τον Κέρβερο) και στα ρωμαϊκά
lupercalia γίνονταν θυσίες σκυλιών που είχαν καθαρτική και ευετηριακή σημασία. Θυσίες σκύλων προς τιμήν της Εκάτης γίνονταν και στην Σαμοθράκη».
Καλόγερος. Στα πλαίσια των πολλών καταγραφών που έχω κάνει στη Νέδουσα, ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα τραγούδια. Στην υποκατηγορία «αποκριάτικα» υπάρχουν αρκετά από αυτά που λέγονται τις μέρες αυτές. Σχεδιάζοντας το παρόν σημείωμα ξαναδιάβασα τα λόγια τους, διότι πιστεύω πως πάντα μας διαφεύγουν λέξεις και φράσεις  που κρύβουν ουσιαστικά θέματα και χρειάζεται η επαναλαμβανόμενη ανάγνωσή τους. Τα πρώτα χρόνια της επαφής μου με το Δρώμενο είχα ακούσει τον αγαπητό μου Κώστα Σούμπλη (Λαγός), έναν από τους βασικούς συντελεστές στην επιβίωση του Δρωμένου στην εποχή μας να τραγουδάει στην διάρκεια του Αγερμού το παρακάτω:
-Τι’ ναι φτούνα Καλόγερε, τι’ ναι φτούνα που κρέμονται,
τα’ ναι φτούνα που κρέμονται κουνιούνται και δε φαίνονται.
-Είναι η βου- μωρέ μανάκι μου-είναι η βουκεντρίτσα μου,
είναι η βουκεντρίτσα μου που κεντώ τη γρίτσα μου.
Και αργότερα στον Γάμο το «Ησαϊα χόρευε Πήδαγε Καλόγερε...»
        Αρχικά τα παραπάνω στιχουργήματα τα θεωρούσα ως συνηθισμένα αποκριάτικα τραγούδια,  παρεμφερή με εκείνα που σατιρίζουν την θρησκευτική τάξη.  Η ανατροπή της Αποκριάς συντελείται και με την σάτιρα της πολιτικής εξουσίας αλλά και με την σάτιρα της θρησκευτικής. Παπάς, Δεσπότης, Διάκος και Καλόγεροι «χάνουν» την εξουσία τους την Καθ. Δευτέρα. Ο Καλόγερος, ως θρησκευτική ιδιότητα, καθόλου δεν σχετίζεται με τον Καλόγερο των Αποκριών. Ηχητικά το όνομα με μπέρδευε. Πως είναι δυνατόν ένας καλόγερος να είναι επίσημα παντρεμένος και να το ομολογεί; Ο Καλόγερος λοιπόν της Νέδουσας πρέπει να είχε άλλη ιδιότητα, πέραν της θρησκευτικής. Οι «Καλόγεροι» στη Βιζύη και στην Αγία Ελένη Σερρών, με βάση τις περιγραφές που είχα διαβάσει, έπρεπε να ήταν οπωσδήποτε παντρεμένοι για να τους αποδοθεί η ιδιότητα από την κοινότητα.                                                                .                                                              
           «Ότι οι καλόγεροι παντός έθνους και πάσης εποχής υπήρξαν οι κατ’ εξοχήν θιασώται του Βάκχου….. το μαρτυρεί  μεν η φυσική ιστορία του γένους των ιερέων, αρχιερέων, μοναχών, ιερομονάχων…… το επιβεβαιούσι δε αι πανταχού και σήμερον μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, συντηρούμεναι των ευαγών μοναστηρίων, αρχιεπισκοπών κ.λ.π. οιναποθήκαι…» γράφει Γ. Βιζυηνός.                                                                         .
           Όπως για τον «Καλόγερο» του Κωστί έχουμε θαυμαστές περιγραφές-μελέτες, όπως του καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής Αν. Χουρμουζιάδη το 1872, έτσι και για τον «Καλόγερο» της Βύζας έχουμε την γνωστή πραγματεία, «Οι Καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη» του μεγάλου ποιητή μας Γ. Βιζυηνού. Η πραγματεία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εβδομάς» το 1888 και στη «Θρακική επετηρίδα» της Πόλης κατά το 1897. Ο Βιζυηνός επειδή καταλαβαίνει πως η εισαγωγή του κειμένου του-περί καλογέρων κ.λ.π. θα σκανδαλίσει τους χριστιανούς, προβαίνει σε διευκρινίσεις γράφοντας «οι φιλοπαίγμονες και σκανδαλώδεις ούτοι Καλόγεροι δεν είναι ούτε μοναχοί, ούτε ιερομόναχοι, ούτε αρχιμανδρίται, ούτε πρωτοσύγγελοι, ούτε πατριάρχαι. Αληθώς οι τελευταίοι ούτοι φορούσι μίτρας επί της κεφαλής και κωδωνίσκους ανά τα παρυφάς των ολόχρυσων αυτών αμφίων, αλλά ουδέν κοινόν έχουσι τα εικονικά ταύτα περιβλήματα των πανιερωτάτων, προς την αληθώς σατυρικήν περικόσμησιν των ιδικών μου Καλογήρων. Τριχωτάς όψεις και μέχρι ομφαλού καθήκοντας πώγωνας έχουσι και ούτοι, αλλά τρίχες και πώγωνες αυτών δεν ανήκουσιν εις το πρόσωπον, αλλ’ εις το επ’ αυτού δερμάτινον προσωπείον. Έπειτα, επί της κεφαλής αυτών σείουσιν ουχί απαστραπτούσας εξ αδαμάντων μίτρας, αλλά υπερπηχυαίους κωνοειδείς πίλους, μόνον ακροτελεύτιον φέροντες κόσμον, την ουράν αλώπεκος ή λύκου.»          
                     
                     «Καλόγερος» της Νέδουσας. Φωτό Ελ. Ψυχογιού 2006

        Ο εκ των κορυφαίων αρχαιολόγων-λαογράφων Κ.Α. Ρωμαίος έδωσε «εν τη σοφία του» την παρακάτω ερμηνεία στην λέξη «Καλόγερος» των αποκριάτικων δρωμένων: «η ονομασία Καλόγεροι ή Καλόγερος δεν έχει καμία σχέση με τους μοναχούς, τους καλόγερους. Το αρχικό στοιχείο είναι ο «Γέρος», επειδή  οι μεταμφιέσεις με την τραγίσια μάσκα τους με τ’ ακούρευτα γένια και τα τομάρια που φορούσαν, έμοιαζαν με γέροντες κι ήταν το φόβητρο των παιδιών».
         Η προσθήκη του «Καλός» έγινε προκειμένου να μειώσει τον φόβο που προξενούσαν με την τρομερή εμφάνισή τους (τα χρόνια που τα παιδιά τρόμαζαν με όλες τις δεισιδαίμονες υπάρξεις, καλλικάντζαρους, δράκους, αράπηδες, τελώνια κ.ο.κ.) αφού πρόκειται για την γνωστή μέθοδο του εξευμενισμού, καθώς θα λέγαμε σήμερα «να λες το κακό με καλές λέξεις» (όπως το ξύδι το λέμε γλυκάδι, την Μαύρη θάλασσα τη λέμε Εύξεινο πόντο κ.ο.κ). Έτσι ο Καλόγερος, Καλός-Γέρος, έπαψε να προκαλεί τρόμο με την εμφάνισή του και έγινε αποδεκτός και από τα παιδιά. Η κοινότητα στο σύνολό της πλέον (για τα παιδιά οι πράξεις του φοβερού με το «δερμάτινον προσωπείον» ήταν δυσνόητες) αποδέχθηκε πως η εμφάνιση του Καλόγερου ήταν προϋπόθεση επιτυχίας των ιεροπραξιών που επεδίωκαν την εξασφάλιση της γονιμότητος.

Καθώς γράφει ο Κώστας Θρακιώτης: «Ο Καλόγερος αποτελεί έθιμο πανάρχαιας ιστορικής προέλευσης, όπου τα μαγικοθρησκευτικά στοιχεία του τοτεμισμού υπερκεράσθηκαν από τα θρησκευτικά κι αναπτύχθηκαν σε μυητικές τελετουργίες, στα Μυστήρια και στα της ιεροπραξίας. Ο θάνατος και η ανάσταση του βλαστικού θεού αντιπροσώπευε, σαν ανακύκληση, τη γονιμική λειτουργία της φύσης. Η θυσία του ζώου-θεού, αντικαταστάθηκε τελικά σε συμβολική ιεροτελεστία μ’ ένα συμβολικό θάνατο που ακολούθησε την Ανάσταση –με τη μαγική πράξη της ομοιοπαθητικής- εξασφαλίζοντας το ετήσιο πέρασμα από τη σπορά στη συγκομιδή.»  

Η Αροτρίοση στη Νέδουσα. Φωτό Γιάννης Παπαδόπουλος 1997

       Δεν διαθέτω στοιχεία πως στη Νέδουσα ο «Καλόγερος» υπήρξε τελετουργικώς σημαντικό πρόσωπο στο Δρώμενό της. Ούτε οι πληροφορητές μου, σύγχρονοι και προαπελθόντες, μου περιέγραψαν κάτι παρεμφερές. Όμως είμαι σίγουρος πως η ύπαρξη των σατιρικών τραγουδιών του «Καλόγερου» αποδεικνύει την ύπαρξη ενός βασικού παράγοντα των τελετουργιών, που σε παλαιότερες εποχές είχε εξέχοντα ρόλο, αλλά με το πέρασμα των χρόνων ατόνησε και μετακινήθηκε.  Η Αροτρίοση εξακολουθεί να είναι και σήμερα η ιερότερη στιγμή μέσα στις τελετουργίες του Δρωμένου της Νέδουσας, ο Ζευγολάτης είναι πάντα ο «κορυφαίος» και το πρόσωπο που και σήμερα την τελεί επιλέγεται από την κοινότητα -εν προκειμένω από τους εκπροσώπους της- με βάση τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα μέλος της για να είναι επιτυχής η άροση και τα αποτελέσματά της.  Πιστεύω πως στη Νέδουσα ο «Καλόγερος», ως πρωταγωνιστικός ρόλος, μοιράστηκε στην διάρκεια των χιλιετηρίδων ύπαρξής του στις επί μέρους τελετές. Στο πρωινό Μουντζούρωμα «Καλόγερος» είναι αυτός που αναλαμβάνει να μουντζουρώσει τους συμμετέχοντες με την καπνιά του φούρνου. Στον Αγερμό «Καλόγεροι» είναι αυτοί που παίζουν τα ντόπια όργανα και αυτοί που ηγούνται της Πορείας στα σπίτια της κοινότητος. Στην Αροτρίοση «Καλόγερος» είναι ο Ζευγολάτης που οργώνει τρεις φορές. Στον Γάμο «Καλόγερος» είναι ο Γαμπρός, ο οποίος στο τέλος της τελετής «ερωτεύεται» τη Νύφη κατάχαμα, πάνω στο τρεις φορές οργωμένο χώμα, αλλά και «φονεύεται νέος» για «να μην πεθάνει από γεροντική άνοια» ώστε όταν αναστηθεί να παραμένει ακμαίος. Σ’ αυτόν απευθύνεται το σατιρικό «…Πήδαγε Καλόγερε…». Στην Κηδεία «Καλόγερος» είναι ο Νεκρός -πρώην Γαμπρός- του οποίου η Ανάσταση επιτυγχάνεται  και είναι η Ανάσταση-Ξύπνημα της Φύσης, μα κυρίως ολοκληρώνει επιτυχώς τις προσπάθειες για την εξασφάλιση της καλοχρονιάς σε καρπούς, ζώα και ανθρώπους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κοινότητα θα συνεχίσει να επιβιώνει και θα αφήσει πίσω της τον μακρύ και βαρύ χειμώνα, αλλά και θα εκπληρωθεί θετικά η επιθυμία όλων να συνεισφέρουν στο κοινό καλό, αφού «αν δεν γίνει μια χρονιά το Καρναβάλι θα είναι κακό για το χωριό».                                      
       Συγκινημένος με όλες αυτές τις σκέψεις, ας μου επιτραπεί να καταθέσω την διάθεσή μου εν όψει της φετινής Τελετουργίας, αναπολώντας τις χαρές και τις στενοχώριες τα 22 αυτά χρόνια που ασχολούμαι, ως ερευνητής μα και ως συνεορταστής, με το Δρώμενο της Νέδουσας. Πρόκειται για μια φράση της περιγραφής του Δρωμένου στην Βιζύη από τον Γεώργιο Βιζυηνό, ο οποίος βλέποντας την ιεροπραξία της Άροσης συγκινείται, καθώς και ο γράφων κάθε φορά που συμμετέχει σε αυτή, αφού «Αροτρίοση
και σπορά αντιπροσωπεύουν βασικά έργα βιοπορισμού και τα έργα του κύκλου αυτού, καθώς και τα εργαλεία του, καλύφθηκαν προαιώνια με το πέπλο του θρύλου και της ιερότητας».

Η Αροτρίοση στην Αγία Ελένη Σερρών. Φωτό Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης 1965

Γράφει ο Γ. Βιζυηνός «…Ήδη το υννίον σχίζει μετά μυστηριώδους τριγμού και αυλακώνει τα χλοάζοντα της γης στέρνα. Ιερά φρικίασις διατρέχει τα νεύρα των, από της γης και μόνον αποζώντων, εκείνων Ελλήνων. Τα όμματα των γερόντων και τα ιδικά μου πληρούνται δακρύων…».

Χρήστος Ν. Ζερίτης (4.8.2014-15.2.2017)
Βοηθήματα
1. Γ.Α. Μέγας. Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας. Εκδόσεις Οδυσσέας 1993
2.
Μ.Γ. Μερακλής. Το Καρναβάλι της Νέδουσας Μεσσηνίας. Ομιλία στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας 17.2.2001
3.Γ.Ν. Αικατερινίδης. Προλογικό  σημείωμα σε φωτογραφικό λεύκωμα των  Τ.Βαμβακά-Γ.Κόσσυβα.2006.
4. Βιζυηνός Γεώργιος. Οι Καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη. Περιοδικόν «Εβδομάς Ε΄» 1888.
5. Πούχνερ Βάλτερ. Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Εκδόσεις Πατάκη 1989
6. Γ.Ν. Αικατερινίδης. Εικονογραφία της Σερραϊκής Λαογραφίας. Αθήνα 2002
7. Θάνος Μουρράης-Βελλούδιος. Ευγονία και άλλα τινά. Εκδόσεις Άγρα 1991.
8.
Jane Ellen Harrison. Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές.   Εκδόσεις  Ιάμβλιχος 1996.
9.
Jane Ellen Harrison. Ιερές τελετές και αρχαία τέχνη. Εκδόσεις Ιάμβλιχος 1995
10. Περιοδικό «Επτά Ημέρες». Αποκριά και Αγροτικά Δρώμενα. Εφ. Καθημερινή 1.3.1998
11. Στ.Χ. Πασόπουλος. Έθιμα της θρακικής παράδοσης, που οι ρίζες τους παραπέμπουν στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Πτυχιακή εργασία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης.
12. Κακούρη Κατερίνα. Διονυσιακά. Εκ της σημερινής λατρείας των Θρακών. Εκδόσεις Ιδεοθέατρον 1999.
13. Θρακιώτης Κώστας. Η λαϊκή πίστη και λατρεία στη Θράκη. Εκδόσεις Ρήσος 1991.
14. Ρέκλος Αναστάσιος. Ο Καλόγερος στην Αγία Ελένη Σερρών. Εφημ. Μακεδονία 26.2.2012      
15.
Burkert  Walter. Ελληνική μυθολογία και τελετουργία-δομή και ιστορία. ΜΙΕΤ 1993.