Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Πώς να ρίξεις σαΐτα άμα είσαι «μαλλί αγγέλου»; Πώς να τη κρατήσεις άμα δεν έχεις νεύρο; Πώς να σ’ ακούσει άμα δεν έχεις ζυμωθεί μαζί της; Πώς να «χορέψεις» με την αγαπημένη σου άμα δεν έχεις αίσθημα; Πώς να «χορέψεις» με τη σαΐτα σου άμα δε ξέρεις ζεϋμπέκικο; Πως να συγκεντρωθείς άμα γουστάρεις μόνο το φιγουριλίκι; Πώς να δεις τη φλόγα της ψυχής σου και τη φλόγα της άμα δε έχεις μισόκλειστα τα μάτια ; Πως να μυρίσεις τη μπαρούτη άμα είσαι «μυξιάρης»; Πώς να καταλάβεις ότι τελειώσανε οι «φωνές της» για να φουντώσεις την επόμενη, άμα δεν ξηγιέσαι σοφράνο; Πώς να λαβώσεις τη ψυχή σου άμα δε την αγαπάς και δεν καίγεσαι; Πώς να σε πάρει σοβαρά ο άλλος άμα κάνεις παρέα μόνο με «αξύριστους της μόδας» και όχι με «αξύριστους της εργατιάς» άντρες από τη Ράχη, τη Φυτειά, τον Αι-Σίδερη, τον Αγιάννη και λοιπούς «ακραίους» ;
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ 2015


ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ 2018

Μεθεόρτια Σαϊτοπολέμου 2018. 
Φωτογραφίες Παναγιώτης Μουστάκης
Φέτος δεν έριξα Σαϊτες καθότι το γκριζάρισμα και μαλλί αλατοπίπερο και από Σαϊτομάχος κατάντησα Σαϊτολόγος και στο ταγάρι αντις για σαϊτες είχα υπεύθυνες δηλώσεις και κείμενα.

Καθόμουνα και έβλεπα τη μαγκιά με τα ταγάρια και τα λάβαρα, τη καραμουτζαρχία με τα ταρατατζούμ, τον Κλάδη με τους βρακοφόρους Βεργιάνους, το Μπασακίδη στην αγωνία, τον Κατσίρα «πανταχού παρών και τα πάντα συμπληρών», τον Κισκήρα ήρεμη δύναμη. Παραδίπλα καρατάριζα κάτι βαψομαλλάκηδες μοδέρνους, κάτι κυριούλες με τους πλισσέδες στα μάτια με λαχανί μαλλί και κάτι παλιούς καλαματιανούς πούχανε βγάλει τις κυράδες τους τσάρκα στο «αλαμπρατσέτο».
Πλακωθήκανε στις φωτιές τ’ αλάνια, αμαν γιανγκίνι, μπήκανε οι οϋκάδες, ρίξανε οι εφοδούχοι, τις ταλανιάσανε οι μπρατσωμένοι και οι ξεμπράτσωτοι, μπήκανε φουστανέλες μικρές και μεγάλες, μπήκανε και δύο θήλεα «της εκπαιδεύσεως», η πιτσιρικαρία είχε αποβολές φέτος και δεν παίξανε, μπήκε και η ιερωσύνη «παπά μου τη σαΐτα σου», βοήθαγε ο ένας το άλλονε, ψυχαδέλφια όλοι οι σαϊτομάχοι και πρώτη βολά είδα τέτοια αβάντα, μέχρι και «τον μικρό της φωτιάς» ως αποδότη με «τη ροκέτα» κάνανε καπετανέοι και μοιράζανε φωτιά σε άλλα μπουλούκια. Είχα μερακλωθεί και φώναζα τους γνωστούς με τα ονόματά τους.

Παραδίπλα στεκότανε μια μανταμίτσα με το καλαμπουκάνι φωτογραφικό μηχάνησμα που τράβαγε τις πλάκες της και κάποια στιγμή με αρώτηξε:
-Τους γνωρίζετε όλους κύριε;
-Αμ τι τους κάνω, της λέω, παιδιά ταραφίσια είναι όλα.
-Μου λέτε δυό λόγια για το Σαϊτοπόλεμο; μου απαντάει στο πληζαριστό.
Πήρα και εγώ το σοβαρό μου καθότι ναι μεν παιδί της πιάτσας, αλλά έχουμε και πέντε αράδες γράμματα στην κωλότσεπη και ξέρουμε να μιλήσουμε και σε κυρίες εκτός φάρας.
-Κυρία μου, άρχισα (έτσι και με άκουγε ο Μάκης να μιλάω στο επίσημο, θα μούλεγε «τι έπαθες ρε μπαφουνέτο» και θα χαχάνιζε λες και είχε φουμάρει πέντε νταμίρες μαζεμένες) το έθιμο της Σαϊτας έρχεται από πολύ παλιά και στην Καλαμάτα σήμερα υπάρχουν φυλαί και φύλαρχοι. Έχουμε την φυλήν των ΑγιοΣιδερητών, την φυλήν των Ραχιωτών, του Φραγκοπήγαδου, της Φυτειάς, του Φρουρίου και του Αγιάννη του Πρόδρομου του Παλαιού. Κάθε φυλή έχει και τους φυλάρχους της. Η φυλή του ΑγιουΣίδερη έχει 4 καπετανέους, όλοι τους μεσοΜανιάτες της φάρας του Σωτηράκου. Στη φυλή του Φραγκοπήγαδου καπετανέοι είναι βέροι Ραχιώτες όλοι της οικογένειας Ζησιμάτου. Οι Φυτειώτες καπετανέους έχουνε πολλούς σήμερα τον Μάρκου, τον Καραβλίδη, τον Ξωξάκο, τον Κρεμμύδα και φέρνουνε στις πλάτες τους παλαιά παράδοση. Καπετάνιος της φυλής του Φρουρίου είναι ο Βαρελάς, ο επονομαζόμενος Νικηταράς γιατί είναι Νεδουσαίος. Φύλαρχος των Αγιαννητών είναι ο καπετάν Χρήστος, με 60 σαϊτοχρόνους στην πλάτη του.

Οι Ραχιώτες έχουνε καπετάνιο τον Τάκη που ξανάφτιαξε μπουλούκι τα τελευταία χρόνια. Έχουνε στις παρέες τους παιδιά τζιμάνια που το λέει η περδικούλα τους και δεν κολώνουνε σε τίποτα. Τι πα να πει ψηλέας σα τους Μπουρδακέους, το καπετάν Γκιουλέκα, τους Μαρκέους και τον Τάσο του Στέφανου; Τι πα να πει κοντός σα τον καπετάν Χαρμάνη, τον Κοντό, τον Μούμια και τον Βουτσαρά; Είναι όλοι γεμάτοι μαχητικό μένος και έτοιμοι να πέσουν στην φωτιά για να ψηθούν με μπαρούτι. Και κάνε κυρά μου λίγο πιο πίσω μη σε πάρουνε οι σκατζουλίθρες και φλουμπετιάσεις.
Τα είπα και σταμάτησα. Κάνω έτσι και βλέπω την κερία να έχει στόνα χέρι τη μηχανή και να έχει ανοίξει ένα πακέτο σέρτικα Καρέλια και να μου προσφέρει. Τα έχασα.
-Πάρε ρε μόρτη ένα να στρώσεις κεφάλι, μου κάνει. Εξ επιτούτου σε αρώτηξα για να δω σε τι εκτίμα έχεις την αφρόκρεμα της καλαματιανής μαγκοσύνης. Εγώ δεν πίνω πηγαδίσο νερό. Γουστάρω τη μαγκιά και τραβιέμαι, τι τραβιέμαι δηλαδή, πεταλιδώθηκα με τον Μήτσο τον Αβέρτο, καθότι λεβεντόπαιδο και με τράβηξε από την πλέμπα. Τώρα έχω και το σπίτι μου το καλό, τα πάντα μου συν τα βουτήρατά μου. Καθότι για να με έχεις εμένα θέλω τα χρειαζούμενά μου και άμα δεν μου τα δώκεις τράβα να πουλάς χαμομήλι γερμανικό που αδυνατίζουνε οι ελέφαντες. Μπήκες;
-Ωραία εξήγηση μανταμίτσα μου, της είπα. Και παρότι μου φέρθηκες στο κατασκοπικό σε συχωρνάω και δεν ξεπλέκω το μιζανπλί αφού ανήκεις σε άντρα που ταμπακιάζω. Είναι μάγκας με την σφραγίδα του και όχι κούφια αχιβάδα. Καθόσον με καρατάρεις πως κι εγώ δεν είμαι για κέντημα με το αντραντέ και μπορώ να σου μιλήσω και στην επίσημη και στην ταραφίσα γλώσσα. Σε μαρκάρω καλά και αφού γουστάρεις σαϊτες και έχεις κάνει γκεζί με τον Μήτσο, παναπεί πως έχεις πέσει στο βαθύ λαγούμι και κουβαλάς τη σπανακόπιττα. Ωραία τάπαμε, χάρηκα για τη γνώρα και φεύγω βέρτζινος γιατί τα παιδιά που τις ερίξανε με περιμένουνε στο ταμπούρι να κοπανήσουμε κανά καταϊφι να γλυκαθεί ο καταπιώνας μας και να πάνε κάτω τα μπαρουτόζαφειρα. Άντε και του χρόνου.
Δια το πιστόν
Μπάρμπα Χρήστος Ζερίτης

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ 1926-1933 ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ

Σαϊτοπόλεμος στην ιστορία μετά το 1926: Λαϊκών τάξεων, υπαλλήλων και εμπόρων διασκέδασις

 
Σαϊτοπόλεμος στην ιστορία μετά το 1926: Λαϊκών τάξεων, υπαλλήλων και εμπόρων διασκέδασις
 Του Χρήστου Νικολάου Ζερίτη       Ο Σαϊτοπόλεμος, ως έθιμο που ψυχαγώγησε τους καλαματιανούς, δημιουργήθηκε τα μέσα μεταπολεμικά χρόνια της απελευθερωμένης Ελλάδος από τον τούρκικο ζυγό, γύρω στο 1850, διότι τότε εξαπλώνεται σε πανελλήνια κλίμακα η χρήση των πυροτεχνημάτων, τα οποία από την Ιταλία πέρασαν στα Επτάνησα και από εκεί στην Δυτική Ελλάδα.                                                  . 
      Ως Λαϊκό Έθιμο της Καλαμάτας και της ευρύτερης περιοχής, που ο πυρήνας τής δημιουργίας του είναι η ιδιαίτερη σχέση που είχαν αναπτύξει οι καλαματιανοί με τις πολεμικές ύλες από την περίοδο του 1821, απέκτησε με το πέρασμα των χρόνων σκοπό και έγινε ουσιαστικά, κυρίως μετά τον άτυχο πόλεμο του 1897, ζωντανό  έθιμο που στόχευε στο:
α) να ζυμώσει τη σχέση των καλαματιανών με ηρωικές συμπεριφορές,   
β) να συνδέσει το παρόν με το ένδοξο ιστορικό πολεμικό παρελθόν και
γ) να αναδείξει τους γενναίους και τους σώφρονες
Έτσι έγινε αγαπητό και λαοφιλές διότι οι λαϊκές τάξεις ήταν στενά δεμένες με τα παραπάνω και το θεωρούσαν υποχρέωσή τους να συνεχίσουν αυτό που βρήκαν ως τοπική κληρονομιά. Εξ άλλου η ανιδιοτέλεια και η προσφορά στον γενέθλιο τόπο που χαρακτήριζε τους σκαπανείς του εθίμου, συνεχίζεται μέχρι σήμερα ως «ιδεολογία» και η αφιλοχρηματία των σημερινών Σαϊτομάχων είναι παροιμιώδης. Αν εξαιρεθεί η μερική στήριξη του Δήμου Καλαμάτας για την αγορά υλικού, τα υπόλοιπα υλικά που είναι απαραίτητα αγοράζονται με έξοδα των Σαϊτομάχων. Κανείς δεν πρόκειται να τους δώσει τα έξοδα που κάνουν και  το γνωρίζουν αυτό. Όμως πρέπει να ομολογείται πως αν δεν έβαζαν το χέρι βαθειά στην τσέπη τους για να αγοραστούν τα χρειαζούμενα, δεν θα γινόταν το Έθιμο.                                   .
           Όσο και αν σήμερα έχουν τρόπο τινά αλλάξει πολλά πράγματα, μέσα μυαλό των Σαϊτομάχων υπάρχει το ηρωικό συναίσθημα (γκραβούρες του 1821 στα τσαρδιά τους), η αγάπη για το πολεμικό παρελθόν (αναφορές στη μάχη της Βέργας), η συμπεριφορά τους είναι βασισμένη σε κώδικες τιμής, όπως μπέσα, καλές εξηγήσεις, λίγα λόγια, σεβασμός στους μεγαλύτερους, ανιδιοτέλεια, ψυχαδελφοσύνη. Όλα αυτά εμφανίζονται συμπυκνωμένα στον θεατή ως μια πασχαλινή ψυχαγωγία. Μόνο οι ίδιοι οι Σαϊτομάχοι γνωρίζουν τον μεγάλο κόπο που βάνουν και τις μυστικές διαδρομές της ψυχής τους, για να καταλήξουν να «λευτερωθούν» από το βάρος της κληρονομιάς που φέρουν, ως ετήσιο καθήκον που καίει τα σωθικά τους, μετέχοντας στη μέθεξη του Σαϊτοπολέμου. Ο θεατής βλέπει μόνο το αποτέλεσμα. Οι μυημένοι «βλέπουν» τα πάντα.                                                           .
      Οι Σαϊτομάχοι είναι μια πολύ ξεχωριστή ομάδα καλαματιανών και πριν πολλά χρόνια σε σχετικό δημοσίευμα, έδωσα στον Σαϊτοπόλεμο τον χαρακτηρισμό «Ζεϋμπέκικο της Φωτιάς»,  γνωρίζοντας, αλλά και βλέποντας, πως η ρίψη της σαΐτας είναι συνδυασμός εσωτερικών και εξωτερικών διεργασιών. Ο Σαϊτομάχος καταλήγει στην ιδιαίτερη στιγμή του να γίνει φασματικό όν, να «φύγει» από τον πραγματικό κόσμο για να κατορθώσει να συμπεριφερθεί καθώς πρέπει. Εκείνη την στιγμή «της ψυχικής και σωματικής μάχης» παύει να είναι ο εαυτός του και καθοδηγείται στην υπέρβασή του από μοναδικής σύστασης χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν αποκτήσει οι μυημένοι στο μυστήριο της Σαΐτας, από μικρά παιδιά οι περισσότεροι. Δεν υπάρχει Σαϊτομάχος που να του ήρθε ξαφνικά η διάθεση να ρίξει σαΐτες, να του το επέτρεψαν και να τα κατάφερε. Ο κάθε ένας που προορίζεται για Σαϊτομάχος περνάει από πολλές δοκιμασίες και τελετές μύησης και οφείλει να αποδείξει με τις πράξεις του και την συμπεριφορά του πως πράγματι μπορεί, και αυτό δεν γίνεται μέσα σε λίγα χρόνια. Για να γίνει αποδεκτός από την ομάδα και για να μπορέσει να ρίξει κάποιος σαΐτες, θα πρέπει να μυηθεί για πολύ καιρό. Εξ άλλου κανέναν σεβασμό δεν απολαμβάνουν, μέσα στο ταράφι των Σαϊτομάχων, όσοι είναι βιαστικοί, φιγουρατζήδες και πολυλογάδες.                                           
          Έγραφα πριν κάποια χρόνια πως  «Το ζεϋμπέκικο (η άποψή μου : η λέξη γράφεται με ύψιλον… σύνθετη λέξη από το Ζευς (Δίας) και μπέκος (ψωμί) και σημαίνει Πνεύμα και Σώμα), (Θάνος Μούρραης-Βελούδιος),  είναι χορός μοναχικός και «προθανάτιος». Χορεύεται  σε άφατη θλίψη, σε βαρύ πόνο και όταν υπάρχει έκσταση. Για να χορευτεί το ζεϋμπέκικο πρέπει να είσαι έτοιμος και αποφασισμένος να «φύγεις», έστω για λίγο, από τούτο τον κόσμο. Χορεύεται με αρρενωπότητα, με κοφτές κινήσεις, τα χέρια είναι σηκωμένα σα φτερούγες για να πετάξεις πάνω από τα προβλήματα και τις σκοτούρες. Είναι  χορός σοβαρός και πρόσβαρος. Προτού χορέψεις πίνεις το κρασί σου και σα σηκωθείς χύνεις το υπόλοιπο, σπονδή στους φίλους και τους συγγενείς που είναι στο Κάτω Κόσμο, «έρχομαι» τους λες, δεν είναι χορός «παίξε-γέλασε». Για να φτάσεις στο σημείο να ρίξεις σαΐτες πρέπει νάχεις ψυχή και νάσαι αποφασισμένος. Δυο και τρεις μήνες προετοιμασία, χαρμάνια, χαρτόνια, λαιμοπινίγματα, καβίλιες, περμανίτες, στουπώματα, βαριές και καλέμια, χρόνος πολύς, κουβέντα και αδελφική φιλία, συμβουλές στους νέους και προτάσεις στους παλιούς, σέρτικο τσιγάρο, μπύρα και κρασάκι. Ώρες ατέλειωτες στο τσαρδί του καπετάνιου, κούραση και αγωνία, δοκιμές, δοκιμές, δοκιμές……ξαναχαρμάνιασμα, «φωνές», τριβέλισμα…                                   …».                            
       Στο φετινό δημοσίευμα  θα δώσω πληροφορίες για τους Σαϊτοπόλεμους από το 1926 μέχρι το 1933 (σε παλαιότερα -2013, 2014 & 2015- δημοσιεύματά μου στην εφημ. Καλαμάτας «Θάρρος» έχω αναφερθεί στα χρόνια 1901-1926), θα καταθέσω στοιχεία που επιβεβαιώνουν την άποψή μου περί προελεύσεως, αλλά και θα επιβεβαιώσω πως οι Σαΐτες υπήρξαν «σήμα κατατεθέν» της Καλαμάτας. Η πιο παλιά αναφορά για τις Καλαματιανές Σαϊτες γίνεται από την εφημερίδα Αθηνών «Ακρόπολις» το 1887 στην επίσκεψη του Βασιλιά Γεωργίου Α΄. Στο περυσινό δημοσίευμα στην εφημ. «Θάρρος» έδωσα στοιχεία πως οι Σαΐτες τιμητικά υποδέχτηκαν Βασιλείς, Πρίγκιπες και Πρωθυπουργούς. Έγραψα επίσης και για  τον πιθανότερο «εφευρέτη»-κατασκευαστή της Σαΐτας, τον Χρήστο Αρβανιτάκη από τους Δολούς, με την σημερινή της μορφή και ονομάτισα σπουδαίους επιχειρηματίες και εμπόρους της Καλαμάτας που υπήρξαν Σαϊτομάχοι.                                
        Ως μία απόδειξη, (από τις πολλές που κατά καιρούς έχω καταθέσει σε δημοσιεύματά μου) της απόψεώς μου περί της προελεύσεως, ξαναδημοσιεύω τον παρακάτω πίνακα, που βρήκα στο μηνιαίο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη, τεύχος 445/7-2005, σελ.96-101».
 
Ο παραπάνω πίνακας έχει τίτλο «Λιτανεία του  Αγίου Σπυρίδωνος στη Σπιανάδα της Κέρκυρας» και είναι του Ζόζεφ Καρτράϊτ (1789 – 1829), γενικού ταμία της Βρετανικής Φρουράς στην Κέρκυρα, που ήταν ένας από τους σημαντικότερους εικονογράφους της ζωής και της φύσης του νησιού. Οι πίνακες που ζωγράφισε ο Καρτράϊτ αφορούν τη ζωή των Κερκυραίων στο τέλος του 18ου αιώνα. Γνωρίζουμε πως από παλιά και μέχρι σήμερα στην Κέρκυρα, στην λιτανεία του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή, περιφέρουν στην πόλη και το λείψανο του Αγ. Σπυρίδωνος, ως «αρχιερατικού προϊσταμένου» (εφημ. «Ακρόπολις» 7.4.1887). Φαίνεται ότι στην Κέρκυρα, και πιθανώς σε όλα τα Επτάνησα, «έριχναν» ένα είδος σαΐτας που εμείς στην Καλαμάτα τα λέμε σαϊτάκια ή «συντριβάνια» λόγω του συνεχούς της φωτιάς -χωρίς «φωνές» δηλαδή- τα οποία κρατούσαν μακριά τους με ειδικά ραβδιά, σαν πυροτεχνηματάκια. Στην παραπάνω εικόνα, η οποία είναι ζωγραφισμένη πριν το 1800, φαίνεται ξεκάθαρα ένας όρθιος φουστανελάς, πιθανόν πρόσφυγας από την Ήπειρο (εκτίμηση που κάνω βλέποντας τη φορεσιά του, το φεσάκι και τα ξυρισμένα ακούτραφα ), να «ρίχνει» ένα είδος σαΐτας κρατώντας την μακριά του. Λίγο πιο δεξιά δύο άλλα άτομα, ο ένας με φουστανέλα και ο άλλος με βράκα, ετοιμάζουν-γεμίζουν και άλλες σαΐτες προκειμένου να τις «ρίξουν». Αγγλικός στρατός συνοδεύει την εικόνα του Αγίου χωρίς να ενοχλείται από τα έθιμα των ντόπιων. Ένας σωρός από ξύλα είναι έτοιμος να καεί, όπως γίνεται παντού όταν περνάει ο Επιτάφιος.
         (Σε αθηναϊκές εφημερίδες της πασχαλινής περιόδου των ετών 1838-1892 δεν έχω συναντήσει πουθενά περιγραφή παρεμφερούς εθίμου, παρά μόνο για πυροβολισμούς, «ροκέτες» και καψίματα Ιούδων»).
         Είναι η πιο παλιά, μέχρι σήμερα, απόδειξη της απόψεώς μου, και την καταθέτω στο παρόν δημοσίευμα, πως οι σαΐτες-του αρχικού τύπου δηλαδή, πριν την εξέλιξή τους από τους καλαματιανούς- υπήρχαν από παλιά στα Επτάνησα, στα οποία είχαν φτάσει από την Βενετία και μεταφέρθηκαν στην δυτική ηπειρωτική Ελλάδα, όπου έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα στο Αγρίνιο με τα μονόφωνα «χαλκούνια», και στην Καλαμάτα, Μεσσήνη, Αίπεια, Ναζήρι, σαν «πολυφωνικές» σαΐτες.                                    .
         Με βάση την παραπάνω εικόνα, αλλά και τις πληροφορίες για την εικαστική δραστηριότητα του Καρτράϊτ, εκτιμώ πως ο πίνακας δημιουργήθηκε μεταξύ των ετών 1785-1795. Αυτό σημαίνει πως η κατασκευή «πυρίτιδα μέσα σε χαρτόνι ή καλάμι» προκειμένου να τη «φουντώσουν» σε θρησκευτική γιορτή, υπήρχε σαν διαδικασία τουλάχιστον 50 χρόνια, ίσως και παραπάνω, πριν φτιαχτεί ο πίνακας. Η άνεση με την οποία «ρίχνει» ο όρθιος  άντρας την σαΐτα του, αλλά και η απεικόνιση του «στουπώματος» που επιμελούνται οι άλλοι δύο, δείχνουν έμπειρους άντρες που την ξέρουν την διαδικασία και δεν αμφιβάλουν πως την κάνουν σωστά.                                       .
      Όπως, έχω περιγράψει παλαιότερα, είναι γνωστό πως Σαΐτες έριχναν και στις εθνικές επετείους της 23ης και 25ης Μαρτίου, της γιορτή της Αναλήψεως, την Πρωτομαγιά.                               .
        Το 1926 ρίχτηκαν σαΐτες στον γιορτασμό της επέτειο της μάχης της Βέργας. Την είδηση την οποίαν μου παραχώρησε ο φίλος ερευνητής-ιστοριοδίφης κ. Ηλίας Μπιτσάνης, έχει ως εξής: «…Ακολούθως ομάς Σαϊτολόγων υπό την διεύθυνσιν του Θ. Γρίβα και του Ν. Γουρδέα, έρριψαν περί τας 100 σαϊτας αίτινες προεκάλεσαν τον γενικόν θαυμασμόν. Το πλήθος παρηκολούθει το θέαμα του Σαϊτοπολέμου, όστις ήτο τρόπον τινά αναπαράστασις της μάχης. Οι αξιωματικοί του Ναυτικού έμειναν καταγοητευμένοι εκ του θεάματος. «Σημαία» 22.6.1926». Έτσι εξηγείται η δημιουργία του θρύλου περί της σχέσης της μάχης με τις σαΐτες, με τις οποίες υποτίθεται πως απωθήθηκαν τα αιγυπτιακά άτια.                                                                                                 
         Πιστεύω πως η συμμετοχή Σαϊτομάχων που έριξαν τιμητικά σαΐτες στον γιορτασμό των 100 χρόνων της μάχης (1826-1926) υπήρξε η αφορμή για την δημιουργία του θρύλου. Σε αυτό το μυθικό περιστατικό αναφέρθηκε ο δημοσιογράφος Κώστας Ψαλτήρας σε άρθρο του τον Γενάρη του 1946 στην εφημ. «Θάρρος». Αναφερόμενος στην  προέλευση του εθίμου έγραφε μεταξύ άλλων και τα εξής: «πρόκειται για παλιό καλαματιανό έθιμο που κρατάει από την Επανάσταση του 1821. Τότε βάλανε κατά την παράδοση μπαρούτι μέσα σε κυλίνδρους από χαρτόνια και με τη φλόγα και το θόρυβο που έκαναν όταν τους έβαζαν φωτιά, τρέψανε σε φυγή το τούρκικο ιππικό. Έτσι η σαΐτα της Καλαμάτας αποτελεί κατάλοιπο πρωτόγονου πολεμικού φλογοβόλου…»                                                .                                                                                                                                                                                                   
         Όμως, ερευνώντας τα σχετικά με την μάχη της Βέργας, απέκτησα το 1991 το βιβλίο του Δικαίου Βαγιακάκου με τίτλο «Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης», (εκδόσεις Πατσιλινάκου Αθήνα 1961). Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο τρίτο μέρος υπάρχουν δεκάδες έγγραφα, επιστολές μεταξύ Ιμπραήμ και Μαυρομιχαλαίων, προκηρύξεις, εκκλήσεις, αναφορές περί της μάχης, αλλά και επιστολές που αποδεικνύουν την αλληλογραφία των αρχηγών των αμυνόμενων και της Διοίκησης (Εκτελεστικό). Ο αναγνώστης του βιβλίου αυτού θα βρει πολύτιμο υλικό και θα πλουτίσει τις γνώσεις του σχετικά με την σπουδαία αυτή μάχη, η οποία στην ουσία έσωσε την Επανάσταση και την Ελλάδα και βέβαια ήταν η πρώτη ήττα τού, με ευρωπαϊκά πρότυπα οργανωμένου,  στρατού του Ιμπραήμ.                                .                                                                                         Σε όλες σχεδόν τις επιστολές των Μανιατών προς το Εκτελεστικό και άλλους, αναφέρεται η έλλειψη τροφών μα κυρίως πολεμοφοδίων. Παρακάτω θα αναφέρω ενδεικτικά αποσπάσματα από μερικές επιστολές:               «….ο αριθμός των στρατιωτών μας δεν είναι περισσότερος των τριών χιλιάδων ενώ του εχθρού είναι διπλούς………φροντίσατε να μας στείλετε τροφάς και πολεμοφόδια….». 23.6.1826.
«…να μας προβλέψη όσον τάχος από τροφάς, πολεμοφόδια, πέτρας, και καράβια δια θαλάσσης…να μας στείλετε προσέτι και αλατζόπετρες, όχι όμως φράγκικες…».23.6.1826.
«Ημείς πρώτον με του Θεού την βοήθειαν και δεύτερον με τους γενναίους στρατιώτας μας ευρισκόμεθα εξαίρετα, ώστε άλλον τινά δεν μας δειλιά, ειμή η έλλειψις τροφών και πολεμοφοδίων….τα χρήματα δεν μας ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις, όσον αι τροφαί και τα πολεμοφόδια…διότι ως γνωστόν σας πυρίτις δεν υπάρχει εις την Σπάρτην……».27.6.1826.
«……εις ταύτην την περίστασιν χρήζει να προβλεφθή όσον τάχος, ζωοτροφίας, πολεμοφοδίων, χαρτί δια τα φουσέκια, πανιά  δια τους λαβωμένους, πετζά δια τσαρούχια, ατζαλόπετρες, και τέσσερα κανοκιάλια να βλέπουν καθαρά….». 28.6.1826.                                   .
         Όταν λοιπόν δεν υπάρχουν πολεμοφόδια και ειδικότερα πυρίτιδα για να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποίησαν το πολύτιμο μπαρούτι για να φτιάξουν τύπο σαΐτας προκειμένου να απωθήσουν κάποια άλογα.                                           .
        Εκτός αυτού η «μάντρα» της Βέργας φτιάχτηκε στο σημείο εκείνο διότι μπροστά ήταν το λαγκάδι, το οποίο υπάρχει και σήμερα, και είναι μεγάλο ως ρέμα. Ήταν αδύνατο για τα αιγυπτιακά άλογα (όσο ψηλοκάνικα και αν ήταν) να το υπερπηδήσουν. Υπήρχε δηλαδή και φυσική, γενικότερα, οχύρωση.                                                      
        Ίδιες απόψεις με τον υπογράφοντα έχει κατά καιρούς εκφράσει ο δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης Ηλίας Μπιτσάνης, μέσα από τις στήλες της εφημερίδος «Ελευθερία» στην οποία αρθρογραφούσε. Γράφει σε ένα, από τα κατά καιρούς πολλά σχετικά άρθρα του, στις 12.4.2012: «Η προέλευση του εθίμου είναι άγνωστη και ουδεμία σχέση έχει με τους μύθους περί…Ιμπραήμ και πανωλεθρίας του ιππικού του εξ αιτίας των σαϊτών που έριχναν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Η υιοθέτηση αυτού του μύθου κάπου στη δύση του μεσοπολέμου, αποτελούσε ουσιαστικά μια προσπάθεια «νομιμοποίησης» ενός εθίμου που κατά καιρούς διώχθηκε εξ αιτίας τού λαϊκού του χαρακτήρα.                                                 .
        Παρόμοιες απόψεις εξέφρασε και ο καθηγητής-ιστορικός συγγραφέας κ. Σταύρος Καπετανάκης σε άρθρο του στην εφημ. «Ελευθερία» την 15/5/2016.                                      .                                                             
        Όμως πως είναι δυνατόν να διορθωθούν κάποιοι παλιοί τοπικοί μύθοι, σαν αυτόν για την προέλευση της σαΐτας από τη μάχη της Βέργας, από τη στιγμή που πανελλήνιοι μύθοι, σαν τη νίκη του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο του 1896 ή σαν την ύψωση του λαβάρου της αγίας Λαύρας από τον επίσκοπο Πατρών Γερμανό, που δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως πρόκειται για ιστορικούς μύθους, δεν πρόκειται ποτέ διορθωθούν; Πιστεύω πως δεν πρόκειται ποτέ να γίνει. Όμως δεν είναι κακό να πιστεύει κάποιος σε μύθους εφόσον τού ενισχύει το φρόνημα και τη σχέση του με την σαΐτα. Αυτό που έχει σημασία και αξία είναι πως το έθιμο του Σαϊτοπολέμου έχει στεριώσει από πολύ παλιά στην Καλαμάτα και στην ευρύτερη περιοχή.                                                                                                    
      Στα 1927 στην εθνική γιορτή στις 25/3/1927 ρίχθηκαν σαΐτες πολύ πετυχημένες. Είχε όμως διαμορφωθεί από την Αστυνομία ένα απαγορευτικό κλίμα και σε περιγραφικό των καλαματιανών πασχαλινών εθίμων κείμενο γράφτηκε πως «Ο Σαϊτοπόλεμος είναι παράδοσις καθαρώς Καλαματιανή. Την παλαιά εποχή για να χαρακτηρίζεται ένας Καλαματιανός ως Παλληκάρι έπρεπε απαραιτήτως να είναι σαϊτολόγος…τοιούτον ήταν το έθιμο που έγινε απόπειρα να αναστηθή, αλλ’ αύτη εματαιώθη προ μηνός παρά της Αστυνομίας…» «Θάρρος» 24.4.1927.                 
  Παρ’ όλο που υπήρξε απαγόρευση ο Σαϊτοπόλεμος έγινε και περιγράφεται «Ούτε η αστυνομική απαγόρευσις, ούτε τα συμβουλευτικά μέτρα των αρχών έσχον ως αποτέλεσμα να αποσοβήσουν τον σαϊτοπόλεμον, ο οποίος όσον και αν κρίνεται ως μια εκδήλωσις οπισθοδρομικότητος, παρα τινών, δεν παύει όμως εν τούτοις καθώς κατεδείχθη να αποτελή ένα βαθέως ριζωμένον έθιμον δια την πόλιν μας.Τας πρώτας απογευματινάς ώρας της Κυριακής του Πάσχα αντήχησαν ανά τας συνοικίας αι σάλπιγγες των σαϊτολόγων, επηκολούθησε δε παρέλασις ομάδων αυτών ανα τας οδούς, ομάδων ανθρώπων φορούντων φεσάκια και ενδεδυμένων κατά τον παλαιόν ιδιόρυθμον τρόπον των «Ασήκηδων των συνοικιών». Των διαφόρων ομάδων προηγείτο η κυανόλευκος…..αι πρώται σαϊται ερρίφθησαν εις την πλατείαν Αγίων Ταξιαρχών, ήτις Ήτο κατάμεστος πλήθους περιέργων. Εις τον σαϊτοπόλεμον αντιπροσωπεύθησαν όλαι αι συνοικίαι. Εκάησαν υπέρ τας 5.000 σαϊτες χωρίς να σημειωθεί ουδένα ατύχημα, πλην μικροεγκαυμάτων τινών, άτινα υπέστησαν τινες των σαϊτολόγων εξ εκρήξεων των σαϊτών. Μετά τούτο το πεδίο της μάχης μετηνέχθη εις την κεντρικήν πλατείαν, όπου επίσης ζωηρός υπήρξεν ο σαϊτοπόλεμος. Επίσης σαϊτοπόλεμος διεξήχθη εις την πλατείαν της Αναλήψεως εν Παραλία. Οι κριτικοί ευρήκαν ότι αι ριφθείσαι εφέτος σαϊται δεν ήταν τόσο καλαί, όσον κατά τα παλαιά έτη, απέδιδον δε τούτο άλλοι μεν εις την κακήν ποιότητα της μπαρούτης και άλλοι εις το γεγονός ότι οι παλαιοί σαϊτολόγοι απέμαθον την τέχνην να κατασκευάζουν σαϊτες. «Θάρρος» 27.4.1927.
       Είχε όμως συνέπειες και καθώς φαίνεται η Αστυνομία έδρασε και συνέλαβε πολλούς, οι οποίοι 2 μήνες αργότερα στέλνουν επιστολή στις εφημερίδες και ζητούν από τους δικηγόρους της Καλαμάτας να παρευρεθούν στην δίκη τους για να τους υποστηρίξουν «ΕΚΚΛΗΣΙΣ προς τους αξιότιμους κ.κ. Δικηγόρους της πόλεώς μας. Θερμώς σας παρακαλούμεν όπως κατά την 17ην και 20ην τρέχοντος, διακασίμους του Πλειμμελειοδικείου, προσέλθετε και μας υποστηρίξητε, κατηγορουμένους διότι κατά τας Αγίας ημέρας του Πάσχα ερρίψαμεν σαϊτας, επιθυμούντες να επαναλάβωμεν ένα παλαιότατον έθιμον της πόλεώς μας. Ευελπιστούντες εις την ευγενή υμών υποστήριξιν. Διατελούντες μετά πάσης τιμής. Υπερπεντήκοντα Σαϊτολόγοι. «Θάρρος» 16.6.1927».               .
         Όμως η δίκη έγινε και «Χθες την πρωίαν ενώπιον του Πλειμμελειοδικείου εξεδικάσθη η εναντίον των σαϊτολόγων μήνυσις της αστυνομικής αρχής, δια παράβασιν της σχετικής αστυνομικής διατάξεως. Την δίκην παρηκολούθησεν αρκετός κόσμος. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων δεν κατέστη δυνατόν να παραστούν διότι η δίκη προετάχθη. Μετά την ακροαματικήν διαδικασίαν εξεδόθη η απόφασις και ετιμωρήθησαν οι κατηγορούμενοι δια τριημέρου φυλακίσεως. «Θάρρος» 18.6.1927.                               .
Δημοσιεύθηκαν και ονόματα κάποιων «Καταδίκη σαϊτολόγων. Κατεδικάσθησαν χθες εις τριήμερον κράτησιν οι Ν. Κουφάκος, Θ. Μέλιος, Κ. Μπίζος και Γεωργ. Δεκαλιώτης διότι την Δευτέραν του Πάσχα έρριπτον σαϊτας. «Θάρρος » 21.6.1927. 
 
                                                                    «Το μπουλούκι Σαϊτομάχων». Ευαγγέλου Δράκου. 1958

         Ο Σαϊτομάχος όμως, από τη φύση του, είναι αδάμαστη ψυχή και δεν μετανιώνει. Σε τύπο χρονογραφήματος με τίτλο «το Δίκαιον του Σαϊτολόγου» υποτίθεται ότι συνομιλούν ένας δημοσιογράφος και ένας καταδικαστείς Σαϊτομάχος. Συζητούν περί των Νόμων, της εφαρμογής των και των απαγορεύσεων. Σε μια αποστροφή των απόψεών του λέει ο σαϊτομάχος «..άμα θέλουνε οι περισσότεροι δεν πάει κατά διαβόλου ο Νόμος» και συνεχίζει λέγοντας πως «…Καλαματιανός χωρίς σαΐτα δεν μπορεί να ζήση. Μπορεί να μείνη νηστικός, μπορεί να μην καπνίση, μπορεί να ανεχθή στρατοκρατικόν ζυγόν. Μπορεί να βασανισθή μέσα στη σκόνη, στη βρώμα, στη χολέρα και στη πανούκλα, αλλά χωρίς σαΐτα δεν μπορεί να ζήση…πρέπει να μυρισθή μπαρούτι, να ιδή λάμψη σαϊτας, σακούλια γεμάτα σαϊτας, σκουφάκια σαϊτολόγων, μουντζουρωμένα πρόσωπα, ν΄ακούση βουή σαϊτας….παρ’ όλο που με τσουλούφρισε η άτιμη, τρεις ημέρες φυλακή και εξακόσιες δραχμούλες περικαλώ. Αλλά έννοια σου και δω είμαστε. Σαΐτα και Άγιος ο Θεός. Φωτιά στη Φωτιά. Θα ψηθούμε στη μπαρούτη. «Σημαία» 18.6.1927».                                        
Το 1928 δεν ρίχθηκαν σαΐτες ούτε την 25η Μαρτίου ούτε το Πάσχα.. Η Χωροφυλακή φαίνεται πως είχε πάρει τα μέτρα της και εκτός από πυροβολισμούς μόνο κροτίδες και μπαλαφουμάδες έπεσαν μόνο και μόνο για να μυρίσει μπαρούτη.                                            .
      Το 1929 τα ίδια. Η Χωροφυλακή αμείλικτη και με συνεχείς ανακοινώσεις «επεμβαίνει» προειδοποιώντας. Σε «Ανακοινωθέν της Διοίκησης Χωροφυλακής Μεσσηνίας» επισημαίνεται πως «…Παρετηρήθη ότι κατά τας ημέρας ταύτας, τινές των γονέων της πόλεως, ενώ μεταβαίνουσιν εις τα εκκλησίας, εγκαταλείπουσι τα τέκνα των έξωθι των ναών ή εις τας οδούς  και πλατείας, ένθα ασχημονούσι…και των υπ’ αυτών ριπτομένων κροτίδων ή αλλων πυροτεχνημάτων….η Διοίκησις θέλει πατάξει αμειλίκτως πάσαν κακοήθειαν στρεφομένην κατά της ευλαβείας προς τα θεία και κατά της ησυχίας των κατοίκων…. Εφημ. «Σημαία» 1.5.1929».                                             .
  Στην στήλη «Πεννιές» ο χρονογράφος σημειώνει χαριτολογώντας «…οι σαϊτες απηγορεύθησαν οριστικώς, οι διαπρεπείς σαϊτολόγοι του παληού καιρού είναι απαρηγόρητοι. Δεν τολμούν να ρίξουν διότι φοβούνται την φυλακήν…». «Σημαία» 4.5.1929».                                                                  .        
    Λίγο αργότερα σε δημοσίευση της Χωροφυλακής αναφέρεται ο «αίτιος» της απόλυτης πειθαρχίας που επικρατεί. «…η Διοίκησις Χωροφυλακής έχει λάβη μέτρα εξαιρετικά…τη επιμόνω προσπαθεία ουχί μόνον του Ανθ/στού Βιργινίου Παύλου αλλά όλων των ανδρών…» «Σημαία» 13.6.1929.
      Το 1930 ξεκινάει με άσχημους οιωνούς. Η ανακοίνωση της Χωροφυλακής είναι σαφώς απειλητική, «Απαγορεύεται απολύτως η εμπορία και η χρησιμοποίησις εκρηκτικών μηχανημάτων κροτίδων ή πυροτεχνημάτων (σαΐτες, τρίγωνα, ρουκέτες, βαρελότα) κατά τας ημέρας της Μεγ. Εβδομάδος και τας του Πάσχα, έτι δε και οι πυροβολισμοί. Οι παραβάται του άρθρου 12 του 286 Νόμου «περί Οπλοφορίας», θα παραπέμπονται εις τον κ. Εισαγγελέαν δια την ποινικήν των δίωξιν. «Θάρρος» 15.4.1930».   
      Στην εφημ. «Σημαία» ο «Κόρακας» της στήλης «Τι βλέπω από ψηλά», γράφει στο φύλο της 18.4.1930 για μια φανταστική συζήτηση με τον σαϊτομάχο καπετάν-Ρέγκο. Θεωρώντας πως υπάρχει έλλειμμα πατριωτισμού τον ρωτάει «Ρέγκο μου πως θα ξαναζήσει το παρελθόν;» και ο Ρέγκος του απαντάει «…με την αναβίωσιν της σαΐτας η οποία χρησιμεύει στη νεότερη γενιά ως βάπτισμα του πυρός».
       Προαναγγέλλονται πασχαλινές ποδοσφαιρικές συναντήσεις στα γήπεδα του Μεσσηνιακού και του Απόλλωνα και σημειώνεται πως «προ του ποδοσφαιρικού ματς θα ριφθώσιν και Σαΐτες».    
 
Εφημ. "Σημαία" 19.4.1930
    
 Το κλίμα είναι έτοιμο πλέον και ο Σαϊτοπόλεμος επιστρέφει θριαμβευτής, αφού όπως σημειώνεται «το έθιμον νικά τον Νόμον». Η εφημ. Σημαία πανηγυρίζει και γράφει «…σήμερα η Καλαμάτα θα ιδή παληές δόξες. Σαΐτα και πάλι Σαΐτα».                                                                
     Πράγματι το Πάσχα του 1930 ο Σαϊτοπόλεμος επιστρέφει και η εφημ. «Θάρρος» γράφει στις 23.4.1930 πως «πολύς κόσμος συνεγκεντρώθη στην πλατείαν 23ης Μαρτίου και της των Ταξιαρχών, όπου κατά το παλαιόν έθιμον και με την ανοχή της Αστυνομίας, ερρίφθησαν υπό διαφόρων ομάδων σαϊτες. Το θέαμα των ριπτομένων σαϊτών είχε μίαν αγρίαν μεγαλοπρέπειαν και ήτο φαντασμαγορικόν. Οι συμπολίται ενεθυμήθησαν τα παληά καλά χρόνια και ένοιωσαν τον ενθουσιασμόν της μπαρούτης.»
      Το 1931 ξεκίνησε πάλι με απαγορεύεις. «Παρά του Διοικητού της Χωροφυλακής κ. Παπαπαναγιώτου δόθησαν διαταγαί… δια την ποινικήν δίωξιν των πωλούντων κροτίδας και των ποιούντων την χρήσιν τούτων. Οι διωκόμενοι ως γνωστόν εισάγονται και δικάζονται παρά του Πλημελειοδικείου, εφρμόζονται δε αι ποιναί των παρανόμως οπλοφορούντων. «Θάρρος» 28.3.1931».                                .
      Τίποτε δεν στέκεται εμπόδιο πια και με την «ανοχής της Αστυνομίας». Σαΐτες παντού, είναι το γενικό σύνθημα. Ο Ηλίας Μπιτσάνης βρήκε και μου παραχώρησε την παρακάτω διαφήμιση ενός εξοχικού κέντρου, στο οποίο ανήμερα το Πάσχα θα γινόταν μάζωξη τριών μπουλουκιών Σαϊτομάχων:
 
 Εφημ. «Σημαία» 12.4.1931

          Η εφημ. «Σημαία» στο φύλο της 15.4.1931 έχει περιγραφή του διεξαχθέντος Σαϊτοπολέμου. Γράφει: «Οι «πολιτισμένοι» ας σφυρίζουν ό,τι θέλουν. Ας υποστηρίζουν ότι οι σαΐτες πρέπει να καταργηθούν. Οι Καλαματιανοί δεν εννοούν από αυτά τα πράγματα. Κάτι που τους προξενεί εξαιρετικήν ευχαρίστησιν θα το κάνουν έστω και αν πρόκειται να παραπεμφθούν εις αυτόφωρον επί παραβάσει ορισμένης αστυνομικής διατάξεως. Τις έρριξαν λοιπόν προχθές εις την πλατείαν και ικανοποίησαν έτσι την ιδιοτροπίαν των. Αλλ΄ εφέτος το ρεκόρ το είχαν οι «Μπόερς». Σαΐτες μικρές, άλλες της «βοής» και άλλες «μπουμ-μπουμ»- όπως τις ονομάζουν οι σαϊτολόγοι μας, ίσια «τριβελισμένες», όλες εβγήκαν καλές. Και ο κόσμος, ο ανεπίσημος και ο επίσημος, που τους παρηκολούθησεν πολύ δίκαια τους εχειροκρότησεν. Αλλά και οι «Αγιοταξιαρχίτικες» και οι «Αγιονικολαϊτισσες» και οι «Φραγκολιμνιώτισσες» και οι «Αγιοργίτικες» και οι «Αγιαννίτισσες» και του Μπίζου και του Γαρίδη δεν υστέρησαν και της Παραλίας. Οι σαϊτολόγοι, όχι και πολύ σταθεροί οι περισσότεροι, εκάμφθησαν. Και εις το τέλος έπεσαν. Αλλά εκείνοι που καταχειροκροτήθησαν ήσαν οι περισσότεροι. Ο γερω Στραβάκος, παρά τους Οκτωμβρίους που έφερε, εν τούτοις εκράτησεν καλά τις σαΐτες. Το ίδιο και ο Γαρίδης, ο Θωμόπουλος, ο Γλυμάνος, ο Σαραντόπουλος, ο Ζαχαράκης,  ο εκ Κολομβίας Νικόλαος ο Πατρινός, ο Βασιλάκης, ο MBUROGIANNHS της «Σημαίας», ο Κοκοράκης, ο Αγγουράς, ο Γκλεζάκος, ο Νικητάκης, ο Κολοβέας, ο Μητρόπουλος, ο Μπουλούκος, ο Γέρω Δήμος, ο Βραχάτης, ο Τρίγκας, ο Καρδαράς, ο Μπιστέκος και όλη η συνομοταξία των σαϊτολόγων. Εκ του πεδίου της μάχης συνελέγησαν βαρέως τραυματισμένοι ο διακρινόμενος επι καλοίς έργοις επιπλοποιός, ένας Μηχανικός, ο νεαρός έμπορος της πάνω πλατείας, ο Ζαχαρένιος ποτοποιός και πολλοί άλλοι.
         Το 1932 η Σαΐτα είναι αναγνωρισμένη και γενική η αποδοχή της ως γνησίου εθίμου της Καλαμάτας. «Το εθνικόν προϊόν της Καλαμάτας» γράφει η «Σημαία» στις 4.5.1932. Και συμπληρώνει στο τίτλο του δημοσιεύματος «Η Σαϊτα δια μέσω των αιώνων και αι φυλετικαί διακρίσεις. Ποίοι οι πρώτοι σαϊτολόγοι».  Αναφέρονται σπουδαίοι παλαιοί Σαϊτομάχοι που θεωρούνταν τότε σπουδαία πρόσωπα και μυθικά σήμερα. Καρνέρης, Κατασχετής, Κουραμάνας, Νικητέας, Παναγουλάκης, Γερακάρης, Γουργούρας (Ηλίας Ζαρακάς), Πετρόγιαννης, Αντώνης Στραβάκος, Περικ. Ζήρας, Αναστ. Ζάβαλης, Κατόμπης …». Ακολούθως περιγράφοντας τον επιτυχημένο σαϊτοπόλεμο του Πάσχα του 1932, αναφέρει τα ονόματα των καπετανέων: «…διακρίναμεν του Ανθοπωλητάς υπό τον περίφημον Κόμπον του οποίου την κόμην σκεπάζει μεγαλόπρεπο σκουφάκι. Τους Πεπαντήτες με αρχηγόν τον κ. Γαρίδην και υπαρχηγόν τον κ. Ζήραν, τους Μπόερς με αρχηγόν τον κ. Νικολόπουλον, τους Παραλιώτας με αρχηγόν τον κ. Καλογεράκον, τους Αγιωργήτες με αρχηγόν τον κ. Πετρόγιαννην, τους Αγιονικολίτες με αρχηγόν τον κ. Νικητάκην, τους Κρεοπώλας με αρχηγόν τον κ. Αγγελέαν, οι Ραχιώτες υπό τον Μπίζον και πολλούς άλλους...»
 
                                                   Φιλαρμονική και Σαϊτολόγοι το 1932. ΓΑΚ παράρτημα Καλαμάτας. Αρχείο Λίβα.

      Η εφημ. «Θάρρος» 4.5.1932 σημειώνει πως : «δεν ειμπορούσεν άλλωστε να μυρίση μπαρούτη έπειτα από την παλινώστησιν των σαϊτοπολέμων που είχαν καταργηθή από δεκαετίες και πλέον επανεπετρέπησαν προ διετίας. Θα ερρίφθησαν τουλάχιστον 3.000 σαΐτες. Εφέτος έριξαν εξαιρετικώς όλο οι καλαματιανοί πάσης θέσεως και ηλικίας. Αρκεί να σημειωθεί πως πυρπόλησε την Καλαμάτα το Ρεγγόπουλο…και Ρεγγόπουλο σημαίνει πιστό αντίγραφο του πατρός Νικολάου Ρέγγου, γνωστού πολυεκατομμυριούχου εργοστασιάρχη….» και συμπληρώνει η σχολιάζοντας στην στήλη «Σκίτσα» «η Καλαμάτα προχθές επυρπολήθη από τις Σαίτες..εις την πλατείαν 23ης Μαρτίου, εις τα ποδοσφαιρικά γήπεδα, εις τας συνοικίας, μπαρούτη και αντάρα…εχορτάσαμε Δημητσανίτικη και Εγγλέζα…»
       Το 1933 όμως χαμός. Γράφει η εφημ. «Σημαία» στις 19.4.1933 : Μη μου πείτε εσείς οι ξένοι οι παρεπιδημούντες εις την ένδοξην και πεφημισμένην Καλαμάτα ότι ο Σαϊτοπόλεμος είναι βάρβαρον και αναχρονιστικόν έθιμον. Άλτ! Και μη παρέκει. Βλασφημείτε εάν τολμήσετε να εκφέρετε τοιούτον αφορισμόν κατά των Σαϊτών. Κάθε Καλαματιανός θα σας ελεεινολογήσει και θα σας οικτείρει εάν υποτιμήσετε εις τοιούτον βαθμόν την σαϊταν. Για μας τους Μεσσήνιους η σαϊτα είναι μια παράδοσις γεμάτη ποίηση και ομορφιά. Η Σαϊτα είναι Θρησκεία…
      Επιτέλους, υπο τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα του λαού, εμφανίζονται οι μαχηταί της Σαϊτας με τας σημαίας των. Κάθε σαϊτολόγος απαραιτήτως πρέπει να φορεί το φεσάκι του και νάχει κρεμασμένο το γεμάτο σαϊτες σακούλι του. Όλοι οι σαϊτολόγοι είναι πλήρεις μένους. Μεταξύ αυτών διακρίναμε τον έμπορον κ. Παρθένιον με φεσάκι και σακούλι, τον πρόεδρον των Οπωροπωλών κ. Κόμπον επικεφαλής των Καλυβιωτών, τον κ. Αγγελέαν εκ του σώματος των Κρεοπωλών, τον περίφημον κ. Λάμπρου της Παραλίας με τον κ. Κατσαούνην και τον κ. Μουνδρέαν, τον δημοτικό σύμβουλο κ. Νικητάκην επικεφαλής της Δημαρχιακής ομάδος, τον κ. Παναγόπουλον επι κεφαλής των Αγιοταξιαρχιτών, τον χημικόν κ. Στεφανούρην, τον καλτσοβιομήχανον κ. Τριαντάφυλλον, δύο Τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Πρόεδρον των Δικαστικών υπαλλήλων κ. Περικλήν Ζήραν, τον καλλιτέχνην κ. Καλλέργην και τον τέως Διοικητήν του Φρουρίου κ. Ευγένιον Παπασταθόπουλον, τον κ. Πέτρον Μολώνην, τον εργολάβο Δημοσίων έργων κ. Ποδοχωρίτην, τον κ. Γαρίδην και πολλούς άλλους. Ο Πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου κ. Πάνος Κωστόπουλος αδιαθετών δεν μετέσχε του σαϊτοπολέμου…. Όλαι αι Φυλαί της Καλαμάτας αντιπροσωπεύονται εις τους Σαϊτολόγους. Διακρίνονται κυρίως η φυλή των Υπαντητών και Φραγκολιμνητών, η φυλή των Αγιαννιτών, των Αγιονικολαϊτών, των Αγιοταξιαρχιτών, των Καλυβιωτών, των Παραλιωτών και όλες εν γένει οι φυλές του… Ισραήλ. Περί την 6ην απογευατινήν ακούονται οι πολεμιστήριοι παιάνες της σάλπιγγος ηχούσης την έναρξιν του πυρός…η σαϊτα βουϊζει άγρια και φανταχτερά…όλη η πλατεία είναι πνιγμένη στον καπνό… ο Κόμπος δίνει το σύνθημα όμωςόες οι σαϊτες του σπάζουν…περίμενε επευφημίες και εισπράτει αποδοκιμασίες…οι δυο μπατζανάκηδες Ποδοχωρίτης και Ζήρας κρατούν πελώριες σαϊτες, φουσκώνουν, σφυρίζουν, αγριεύουν, φυσομανούν, αλλά ο Ζήρας μένει ακλόνητος επί του πεδίου της μάχης. Δεν τον τρομάζει ο κίνδυνος γιατί η σαϊτα του είναι ατρύπητη, την κρατούσε όμως τεχνικά και έκανε διάφορα τσαλιμάκια σαϊτολογικά. Ποιο τεχνίτης μπουρλοτιέρης είναι ο κ. Καλλέργης, αληθινός καλλιτέχνης και στη σαϊτα ακόμη… Στον στίβο μάχης εισέρχεται ο κ. Π.Τριαντάφυλλος και θαυμάζεται για το βούισμα της σαϊτας του, δυο τραπεζικοί υπάλληλοι αποδεικνύονται τεχνίται… ο κ. Στεφανούρης έρριξε δυο σαϊτες ίσα με το μπόι του. Περί την 8ην εσπερινήνο πόλεμος κατέπαυσε. Οι συμπολίται έμειναν καταγοητευμένοι και μπαρουτομουντζουρωμένοι. Μεταξύ αυτών διακρίναμε τον έμπορον κ. Παρθένιον με φεσάκι και σακούλι, τον πρόεδρον των Οπωροπωλών κ. Κόμπον επικεφαλής των Καλυβιωτών, τον κ. Αγγελέαν εκ του σώματος των Κρεοπωλών, τον περίφημον κ. Λάμπρου της Παραλίας με τον κ. Κατσαούνην και τον κ. Μουνδρέαν, τον δημοτικό σύμβουλο κ. Νικητάκην επικεφαλής της Δημαρχιακής ομάδος, τον κ. Παναγόπουλον επι κεφαλής των Αγιοταξιαρχιτών, τον χημικόν κ. Στεφανούρην, τον καλτσοβιομήχανον κ. Τριαντάφυλλον, δύο Τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Πρόεδρον των Δικαστικών υπαλλήλων κ. Περικλήν Ζήραν, τον καλλιτέχνην κ. Καλλέργην και τον τέως Διοικητήν του Φρουρίου κ. Ευγένιον Παπασταθόπουλον, τον κ. Πέτρον Μολώνην, τον εργολάβο Δημοσίων έργων κ. Ποδοχωρίτην, τον κ. Γαρίδην και πολλούς άλλους. Ο Πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου κ. Πάνος Κωστόπουλος αδιαθετών δεν μετέσχε του σαϊτοπολέμου…. Όλαι αι Φυλαί της Καλαμάτας αντιπροσωπεύονται εις τους Σαϊτολόγους. Διακρίνονται κυρίως η φυλή των Υπαντητών και Φραγκολιμνητών, η φυλή των Αγιαννιτών, των Αγιονικολαϊτών, των Αγιοταξιαρχιτών, των Καλυβιωτών, των Παραλιωτών και όλες εν γένει οι φυλές του… Ισραήλ.
       Έδωσα περισσότερα του συνηθισμένου στοιχεία για να διαπιστώσει ο αναγνώστης την φλόγα και τον ενθουσιασμό που μεταφέρει στην εφημερίδα του ο συντάκτης του περιγραφικού κειμένου, ο οποίος υπογράφει το δημοσίευμα με το ψευδώνυμο «Σαϊτολόγος».
      Με τίτλο «Ένα πατροπαράδοτον έθιμον» η εφημερίδα «Θάρρος» της 19.4.1933 αναφέρεται στον Σαϊτοπόλεμο του 1933. Το έθιμον πλέον ξαναζωντάνεψε και ο κόσμος θέλει να πληροφορηθεί λεπτομέρειες. Η ιστορική εφημερίδα λοιπόν ικανοποιεί την απαίτηση των αναγνωστών της και δίνει λεπτομέρειες:  Οσφρανθήκαμε λοιπόν μπαρούτην το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, οπότε εις την πλατείαν της 23ης Μαρτίου πολλοί συμπολίται διαφόρων τάξεων και διαφόρου ηλικίας, όλοι γερές κορμοστασιές και λεβεντιές, έριξαν περί τις 1.000 σαϊτες… όλοι θαλεροί, ακμαίοι έφταναν κατ’ ομάδας αντιπροσωπεύονυτας την συνοικίαν εις την οποίαν υπάγονται.... έβαλαν φωτιά δια να μας θυμίσουν παλιές δόξες και παλιά μεγαλεία που ο χρόνος και σύγχρονος πολιτισμός  δεν  στάθηκανικανοί να εξανεμίσουν… η πλατεία ήτο πλήρης κόσμου συμπολιτών και συμπολιτισσών που έσπευσαν εκεί δια να απολαύσουν τους ανθρώπους που διατηρούν το πατρογονικόν έθιμον της Σαϊτας, τους ανθρώπους εκείνους με τα επιβλητικά παραστήματα και την αγέρψχιν όψιν… αλλά ποία ομας διεκρίθη; Κατά γενικήν παραδοχήν διεκρίθη εις την πρώτην γραμμήν η ομάς των Κρεοπωλών εις τις σαϊτες της «Βοής». …. Οπωσδήποτε οι σαϊτες της ομάδος των Κρεοπωλών δεν ερρίφθησαν ποτέ εις τας Καλάμας. Ήταν πραγματικά… «Τούρκοι» κατά την έκφρασιν των σαϊτολόγων, δηλ. σαϊτες της βοής αμίμητες. Και την ομάδα των Κρεοπωλών απετέλουν οι κ.κ. Γρηγ. Αγγελέας, Δημ. Γαλανάκης, Ιωαν. Α. Αθανασόπουλος, Ιωαν. Κωνστάνταρος, Νίκος Μιχαλέας, Παντ. Δημόπουλος, Ευστρ. Κουμουνδούρος, Βας. Μπογάς, Βας. Αγγελέας και Παν. Τρίγκας.
     Αλλ’ εάν υπήρχε βραβείον δια τις σαϊτες «μπου-μπου-μπου» θα το έπαιρναν οι Μπόερς, η συνοικία Φυτειά δηλαδή. Πραγματικά οι σαϊτες αυτές ήταν θαυμάσιες και ενεποίησαν εντύπωσιν εις όλον τον κόσμον. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να μην προεξήρχον οι Μπόερς, αφού τις σαϊτες επέβλεπαν οι κ.κ. Θ. Γρίβας, Ν. Γορδέας, Φιλ. Λαγωνικάκος, Ιωαν. Μαυροειδάκος, Ανδρ. Πολιτόπουλος, οι αδελφοί Δημ. και Π. Μανταλόζη, Κ. Αλεξέας, Γ. Σπεντζούρης κλπ.    
         Εις την αυτην γραμμήν με τους  Μπόερς ήλθε και η υπό τον κ. Γαρίδην ομάς των σαϊτολόγων Στ. Θεοχάρη, Παν. Σπηλιώτη, Παν. Μπελαούρη, Παν. Ευμορφόπουλου ή Μόρφη κλπ και οι Αγιοταξιαρχήτες μεταξύ των οποίων οι κ.κ. Κυριαζής, Φοραδάς και άλλοι. Όντως οι σαϊτες αυτές επροξένησαν θαυμασίαν εντύπωσιν εις τους θεατάς οι οποίοι εχειροκρότησαν τους ανωτέρω με ανυπόκριτον ικανοποίησιν. Εις την αυτήν κατηγορίαν πρέπει να καταταχθούν και οι σαϊτες της ομάδος Νικητάκηδων.

 
Εικονίζονται: Νικητάκης, Χανδρινός, Θεοχάρης, Μπασέας, Μιχαλάκης, Φίλιος, Λαγωνικάκος, Κουρής  κ.α.. Αρχείο Γεωργίου Νικητάκη+
Σαϊτες επίσης έρριψαν και οι Αγιοργήτες, Παραλιώτες και άλλες ομάδες συνοικιακές».
Σημείωση: Ως «Μπόερς» εμφανίζονταν ομάδες σαϊτολόγων της Φυτειάς. Οι Μπόερς=αγρότες, στα ολλανδικά, ήταν ευρωπαίοι άποικοι στη Ν.Αφρική, που αποίκησαν από τον 17ο αιώνα και που μπλέχτηκαν τον 19ο αιώνα σε πολέμους με την Βρεττανική αυτοκρατορία. Χαρακτηρίζονταν ως σκληροτράχηλος λαός με έντονο το αίσθημα της ανεξαρτησίας και βαθιά πεποίθηση στη φυλετική τους ανωτερότητα έναντι των ιθαγενών μαύρων λαών.                           
       Ως επίλογο σας δίνω ένα υπέροχο κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Θάρρος» το 1937 και απηχεί τα ενδόμυχα αισθήματα των παλαιών Σαϊτομάχων για προβολή και εκτίμηση από το «ωραίο φύλο».
«Μ’ έκοβες πια Κατίνα χτες και προχτές πως κατέβαινα τη σαϊτα. Εγώ πιά είχα φερμάρει την παρέα σου και ούλο κοίταζα να δω αν με κόβατε. Όχι σαχλαμάρες και πηδήματα και τσαλιμάκια και δουλειές κορσεδίστικες που κάνουνε οι άλλοι τζέδες που θέλανε να παραστήσουνε το θεριό της δεξαμενής. Βάνω φωτιά στο αβεζότι, φουντώνω τη μία, βάνω μπρος την άλλη και σε λίγο έβγανα φωτιές από ούλες τις πάντες μου. Καιγόμουνα σαν πυροτέχνημα και πολλές γκαστρωμένες, καθώς μούπανε, απορρίξανε από φόβο. Όμως εγώ στεκόμουνα ντούρος και καιγόμουνα επί δυό ώρες, ώσπου εξάντλησα ούλα τα πυρομαχικά μου και παράδωσα τ’ άρματα. Έκοβες τώρα και τους άλλους, τους κορσέδες, που ρίχνουνε σαϊτάκια ξεθυμασμένα και μπανίζουνε τα θηλυκόκοσμο να δούνε αν τους γλέπουνε, οι γαλιάντρες. Και το σπουδαίο είναι πως μερικοί από τούτους τους παπιγιονάτους, μπουκάρανε στην παρέα τη δική μου για να δείχνουνται κι αυτοί άφοβοι, οι σαπουνόφουσκες. Μα ο κόσμος είχε μάτια και έγλεπε τα πραγματικά ντερβίσια και τους  χαλβάδες. Έτσι είναι μάνα μου. Και του χρόνου νάμαστε καλά να ρίξουμε κι άλλες σαϊτες κι ας πάει και το παλιάμπελο. Ναι;     Ο ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ-

ΣΑΪΤΟΠΟΛΕΜΟΣ. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ

Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗΣ ΣΑΪΤΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ
Στη μνήμη του Νίκου Τσιφόρου.
Διήγηση-φανταστική-του Λυκούργου Τρομπονέα στα παιδιά της πιάτσας. Βασίζεται σε πραγματικά περιστικά από τις έρευνες του Χρήστου Νικ. Ζερίτη.
«Ο Χρήστος ο Αρβανιτάκης ήτανε από τους Δολούς. Είχε ένανε τεκέ στου Στραβοσκιάδη του «συμβόλαια» απέναντι στη Πεπαντή. Ωραίος και πρόσβαρος μάγκας. Με είχε ψυχοπαίδι του. Αυτός βρήκε τη καλαματιανή Σαΐτα. Το 1885 έφυγε για την Αθήνα. Θάχε πενηνταρίσει και, τότε. Έγινε τσιρίμπασης κάτω στο Μεταξουργείο. Είχε κάνει τα φονικά του, αλλά λίγο έμεινε στη μπουζούρα καθότι προσωπικός φίλος και οπαδός του Δεληγιάννη. Είχε αδειάσει τρεις φορές το Μπάγκειον, το καφενείο στην Ομόνοια. Και το Μπάγκειον δεν το άδειαζε ο πάσα ένας. Τον έτρεμε όλη η μαγκιά. Έμπαινε στο καφενείο, έβαζε την μπιστόλα πάνω στο τραπέζι και έλεγε στο γκαρσόνι «φέρε μου ένα βαρύ γλυκό στο χοντρό και γουστάρω να τόνε πιώ μονάχος μου». Όσοι ήτανε θαμώνες, είτε σκληροί είτε νοικοκυραίοι, γινόντουσαν καπινός, καθόσον δεν τα βάζεις με τους σιδερένιους. Σ’ ένανε μια βολά, που ήτανε κουφαηδόνης και έμεινε, του’ βαλε την κάμα στον λαιμό και του’ πε «ή τραβήξου στα σκοτεινά ή σε ρίχνω στο σκοτάδι», τρέχει ακόμα να κρυφτεί. 
"Ο Σαϊτομάχος". Του Ευάγγελου Δράκου. 1958

Ο Χρήστος όταν ήτανε στη Καλαμάτα είχε και πάρε δώσε με τα μπασκίνια γιατί το 1875 τονε πιάσανε με 15 βαρέλια μπαρούτια και τα κατάσχανε όλα.
Λίγους χρόνους μετά πλάκωσε μπιστολιές τον σκληρό τον Μπαϊραχτάρη με τ’ αποσπάσματά του, κάτι βλάχους ρουμελιώτες, που μπήκε στον τεκέ να του κάνει τσιριμόνιες. Του τάχε και μαζεμένα γιατί ο βλάχος κυνήγαγε το παιδιά της φάρας που ρίχνανε σαΐτες και κάνανε κοντραμπάντα. Επειδή μυρίστηκε τα δύσκολα, γιατί ο Αστυνόμος δεν μάσαγε εύκολα, έφυγε για την Αθήνα να ξεχαστεί η αβανιά. Έκανε χοντρό κουμάντο σε Ομόνοια και Μεταξουργείο. Αργότερα ο Δεληγιάννης έδωσε αμνήστες στους φυγοδίκες και ο Χρήστος βγήκε αφρός. Παντρεύτηκε τη χοντροκαπουλάτη τη Ζαμπέτα, άνοιξε σπιτικό και ψώνιζε το Σάββατα κιλότο και σαφρίδια από την αγορά. Ίσιωσε και άνοιξε το καφενείο στο Παλλάδιο στην Πανεπιστημίου. Παρέμεινε μάγκας και μπεσαλής και πάντα μας έστελνε προυσιώτικα καϊνάρια που φέρνανε οι κοντραμπατζήδες. Ο Πρώτος.
Σας είπα πριν για τον Μπαϊραχτάρη τον χωροφύλακα. Ακούστε με καλά γιατί τονέ γνώρισα. Σα δυο βόδια χοντρός, αχαμνός, αλλά άγριος με μισό στρέμμα μουστάκα, σκληρός σα νταμαρόπετρα, άσσος στο σημάδι. Ταγματάρχης. Τονε φοβότανε όλη η ’Φήλιος. Κουβαλήθηκε το 1883 στην Καλαμάτα γιατί οι χωριάτες τόχανε ρίξει στη ληστεία και οι πολιτικοί είχανε δώσει ελευθερία στα τσιράκια τους τα κομματόσκυλα και δέρνανε τον κοσμάκη. Κουμαντάριζε ολόκληρο τάγμα Ευζώνων. Καβαλάγανε και κάτι αλόγατα ίσαμε ένα σπίτι το καθένα. Πλάκωσε στις φάπες αυτούς που έβαλε στο μάτι. Μας κάθισε στο σβέρκο μέχρι το 1885.

Ρε μπελάς που μας κατσικώθηκε με δαύτονε. Μια βολά που κυνήγαγε στις Κουταλέϊκες στάνες ένα ληστή από τη Βελιγοστή, τον Δοξαρά, τον έπιασε και γύριζε πασχαλιάτικα στην Καλαμάτα. Πέρασε από τα Καλύβια κι έπεσε πάνω στην στιγμή που ο Καρνέρης έριχνε σαϊτες. Τονε μπουζούριασε κι αυτόνανε. Οι μάγκες πήρανε ανάποδες. Δοποιήσανε τον Αρβανιτάκη. Πήγε ο Χρήστος στο ευζωνικό, τονε βρήκε και του ζήτησε να τον αμπολήκει. Ο Μπαϊραχτάρης του μίλησε προσβλητικά και του Χρήστου γύρισε το μάτι. Μετά από δυό μέρες ο χοντρός πήγε στα Καλύβια και έδειρε όλους τους Καρνέρηδες, βούτηξε τις μπαρούτες και έσπασε τα βαγένια με δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από το χάνι του Καρνέρη. Αμάν, θα σκοτωθούμε. Μπουκάρει μια βραδιά στον τεκέ του Αρβανιτάκη και σπάζει λουλάδες, γκρεμίζει πόρτες. Κείνη την ώρα ‘ρχότανε ο Χρήστος. Με το που βλέπει το ρημαδιό, μπαίνει μέσα, βγάζει τη διμούτσουνη και ρίχνει στον Μπαϊραχτάρη. Μέσα στο χαμό δεν τον πέτυχε. Τον τσακώσανε, αλλά πέσανε πάνω στις φουστανέλλες οι μάγκες και κατάφερε ο τζες να γίνει μπουχός. Το άλλο Πάσχα προκλητικός ο Μπαϊραχτάρης ξαναπήγε στα Καλύβια μεσημεριάτικα. Δόθηκε σύρμα και βγήκανε μπροστά κάτι ντερβίσα και αμπολήκανε σαϊτες. Χεστήκανε τ’ άλογα, κατουρηθήκανε τα ευζωνάκια, πέσανε και κάτι μπαταριές, κάνανε πίσω οι χωροφύλακες, μετά όμως τους πήρανε φαλάγγι και λακήσανε οι Καλυβιώτες, γκρέμισε τους φούρνους, πάνε τα ψητά, κλέγανε τα παιδιά, σκούζανε οι γριές, παρακαλούσανε οι μάνες, μαντάρα το Πάσχα. Από τότενες δεν άφησε τη μαγκιά και τη σαϊτα σε χλωρό κλαρί. Ούτε εμείς κάναμε πίσω, ούτε κείνος. Ευτυχώς που το 1886 τον καλέσανε να πάει στην Αθήνα να ξεριζώσει τη ντόπια μαγκιά και γλυτώσαμε εμείς, αλλώτικα θάχαμε τραβηχτεί σα τα σαντεκλέρια. Αυτάαα με τον χοντρό.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙ ΕΘΝΙΚΟΝ Ο,ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΣ;;;;;



        
   Ίσως να έχετε αναρωτηθεί το πώς διασώθηκαν τα κείμενα οι κωμωδίες και οι τραγωδίες των αρχαίων Ελλήνων και έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Την αρχαία ελληνική  Γραμματεία διέσωσαν οι φωτισμένοι καλόγεροι τον 10ο και τον 11ο αιώνα αντιγράφοντας τους αρχαίους παπύρους που έβρισκαν στις βιβλιοθήκες προτού καταστραφούν. Δέκα αιώνες αργότερα ένας φωτισμένος κληρικός  ο Αμβρόσιος Φραντζής κατέγραψε και διέσωσε πολλά ιστορικά στοιχεία για τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821. Γεννήθηκε στη Μεσόρουγα Αχαΐας το 1778 και πέθανε στην Αθήνα το 1851. Ήταν ιστορικός, πολιτικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Το 1833, με υποκίνηση τού Άγγλου Εδουάρδου Μάνσον, συνελήφθη μαζί με τον Κολοκοτρώνη ως ρωσόφιλος και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο. Αργότερα μετά την απελευθέρωσή του, επί βασιλείας  Όθωνα, έχοντας ζήσει τα γεγονότα όλου του Αγώνα έγραψε το πεντάτομο έργο «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», που κυκλοφόρησε το 1839, και έγινε ο πρώτος ιστορικός του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.                  
                                        
      Ο Φραντζής είναι ο δεύτερος, μετά τον Ηλία Σαλαφατίνο, που αναφέρεται στα γεγονότα κατάληψης της Καλαμάτας. Αυτός δεν ήταν παρών ενώ ο Σαλαφατίνος υπήρξε πρωτεργάτης και συνόδευε την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Ο Φραντζής μάλιστα στην Ιστορία του γράφει πως συνάντησε τους επαναστάτες στις 27 Μαρτίου 1821 στην Σκάλα, ερχόμενος αυτός από την Κυπαρισσία και εκείνοι πηγαίνοντας στην Τρίπολη και αμέσως επέστρεψε στην Κυπαρισσία. Πληροφορήθηκε λοιπόν όλα όσα αναφέρει στην Ιστορία του ρωτώντας τα μετέπειτα χρόνια τους πρωταγωνιστές, έχοντας στο μυαλό του να συγγράψει το ιστορικό πόνημά του. Σχετικά λοιπόν με τις μέρες πριν την κατάληψη της Καλαμάτας μας αποκαλύπτει ένα σημαντικό περιστατικό που συνέβη στο Μαρδάκι. ΤΗΝ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ του Παπαφλέσσα με τον Αναγνωσταρά  κατόπιν επεμβάσεως του σεβαστού από όλους Νικηταρά, ο οποίος αντιλαμβανόμενος πως με διχόνοια δεν πρόκειται να προχωρήσει η Επανάσταση, επενέβη για να συμφιλιώσει τους ορκισμένους εχθρούς,  που οι εχθρότητες των οικογενειών τους ήταν και ο αληθινός λόγος αυτής της έχθρας των δύο συγχωριανών. Και είναι γλαφυρός στην περιγραφή του περιστατικού. 


Γράφει : «ο δε Αναγνωσταράς υπέβλεπεν εχθρωδώς τον Γρηγόριον Δικαίον διότι εφέρετο αυθαδώς και ατίμως, τόσον κατά τα άλλα καθώς και κατά τον κανονισμόν της Εταιρίας…Αλλ’ ο Νικηταράς εγνώριζε καλώς την μεταξύ του Αναγνωσταρά και Γρηγορίου Δικαίου ενυπάρχουσα διαίρεσιν και άμα ότε ανέβησαν και οι τρεις αυτοί εις την μονήν Μαρδακίου, και εξ αυτών ο Αναγνωσταράς απήλθεν εις Πολιανήν, κατευθείαν ο Νικηταράς με τρόπο απλούν και αθώον, δια να μην γίνει κανέν εμπόδιον ώστε να μείνει οπίσω η έκρηξις, κατέπεισε τον Γρηγόριον Δικαίον δια να συνδιαλλαγή μετά του Αναγνωσταρά, όστις απελθών ευθύς εις την Πολιανήν, ωμίλησε μετά του Αναγνωσταρά και ομοθυμαδόν ήλθον εις το Μαρδάκι αφού εσυμβιβάσθησαν μεταξύ των».                                                 
         Ο Εθνικός μας Ποιητής Διονύσιος Σολωμός γράφοντας το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», τον Εθνικό μας ύμνο δηλαδή, συμπεριέλαβε και το θέμα Διχόνοια, γράφοντας:
Η Διχόνοια που βαστάει Ένα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.
Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει Έχει αλήθεια ωραία θωριά
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει Εισέ δάκρυα θλιβερά.
Από στόμα οπού φθονάει, Παλληκάρια, ας μην ‘πωθή,
Πως το χέρι σας κτυπάει Του αδελφού την κεφαλή.
Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσά τους Δεν τους πρέπει ελευθεριά.
         Πόσο σπουδαία πράξη αλήθεια είναι να παραμερίσεις αυτά που σε χωρίζουν και να αναγνωρίσεις αυτά που σε συνδέουν. Κάνουμε ένα μεγάλο λάθος μελετώντας την Ιστορία και κρίνοντας περιστατικά και πράξεις που συνέβησαν πριν 2.000 χρόνια ή πριν 200 χρόνια, προσπαθώντας να τα ερμηνεύσουμε με τα σημερινά μυαλά. Όσο και να αντιλαμβανόμαστε το τι συμβόλιζε η οικογενειακή εχθρότητα σίγουρα δεν μπορούμε  κατανοήσουμε την πραγματική της διάσταση, με βάση τις συνθήκες τις εποχής. Το να δηλώσουν Συμφιλίωση για το Καλό της Πατρίδος ήταν υπέρβαση. Κράτησαν το λόγο τους και συνέχισαν να συνεργάζονται υπακούοντας στο υπέρτατο Νόμο, το Καλό της Πατρίδος, και αγνοώντας το εθιμικό δίκαιο της αιώνιας οικογενειακής έχθρας. Ποίος ξέρει τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στην έναρξη αλλά και στην εξέλιξη της Επαναστάσεως αν, οι δύο από τους κορυφαίους του Εθνικού Αγώνα άνδρες, δεν είχαν συμφιλιωθεί. Ο Χριστόφορος Περραιβός είπε, ως Υπουργός Πολέμου το 1823 και με αφορμή την μη αποδοχή του απονεμηθέντος βαθμού του Αντιστρατήγου από τον Μανιάτη Ηλία Σαλαφατίνο, πως « πρώτος έδειξεν έν έργον, το αληθές έργον του ΕΝΑΡΕΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΟΥ, γενόμενος ανώτερος δόξης δια την δόξαν της Πατρίδος, ενώ άξιοι και ανάξιοι καθημερινώς ζητούν να εύρουν δόξαν εις τους προβιβασμούς».  Αυτό μπορούμε να πούμε για την στάση που τήρησαν οι Αναγνωσταράς και Παπαφλέσσας  πως ό,τι έκαμαν το έκαμαν για «Την Δόξαν της Πατρίδος». Η μοίρα τούς έφερε να χαθούν το 1825 πολεμώντας τον Ιμπραήμη. Ο Αναγνωσταράς, ως αρχηγός μικρού πολεμικού σώματος, σκοτώθηκε πάνω στην Σφακτηρία την 7η Μαΐου 1825 και ο Παπαφλέσσας λίγες μέρες αργότερα, στις 20 Μαΐου 1825, αντιστεκόμενος σε λάθος θέση, στα Ταμπούρια στου Μανιάκη.
           Αντίστοιχα γενναία Συμφιλίωση υπήρξε 2 χρόνια πριν το περιστατικό του Μαρδακίου. Το 1819 έπειτα από ενέργειες του Φιλικού Χριστόφορου Περραιβού, ο οποίος διέμενε στους Δολούς, υπογράφεται στον πύργο των Κιτριών από τις 3  δυνατές οικογένειες της Μάνης, τους Μαυρομιχάληδες τους Γρηγοράκηδες και τους Τρουπάκηδες, γενική ‘Τρέβα’ (ανακωχή) μεταξύ τους, για να οργανωθεί ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία.  
                                                .
      Ο Αμβρόσιος Φραντζής όμως περιγράφει και άλλα περιστατικά που σχετίζονται με το Μαρδάκι. Αναφέρεται λεπτομερώς στο πως παρελήφθησαν τα πολεμικά εφόδια από το πλοίο που έστειλαν οι Έλληνες από την Σμύρνη της Μ. Ασίας και το οποίο ελλιμενίστηκε στην ελεύθερη Καρδαμύλη που είχε τελώνη τον Γιάννη Κατσή Μαυρομιχάλη. «Την δε 18η Μαρτίου διαμένοντες εις το Μαρδάκι ο Αναγνωσταράς μετά του Νικηταρά, και ειδοποιηθέντες ότι έφθασεν εις την Σκαρδαμούλαν της Μάνης εν πλοίον με πολεμοφόδια, αποσταλέν από τους εν Σμύρνη εταίρους, ο Νικηταράς, μετά την βεβαίαν πληροφορίαν περί του ελλιμενισμού του πλοίου αυτού, εσύναξεν ευθύς 250 οπλοφόρους και 200 ζώα φορτηγά, και δια νυκτός κατέβησαν μετά του Αναγνωσταρά από το Μαρδάκι και απήλθον εις την Σκαρδαμούλαν ομού με τους οπλοφόρους και με τα ζώα, επ’ ελπίδι του να μεταφέρωσι τα πολεμοφόδια εις Μαρδάκι, ως εις θέσιν ορεινήν καί οχυράν…».          
                                       
         Και περιγράφει τον τρόπο που κατόρθωσαν να τα πάρουν και να τα μεταφέρουν νύκτα στο Μαρδάκι περνώντας έξω από την Καλαμάτα. Και εδώ τα Πισινοχώρια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.  Τα 200 ζώα φορτηγά στην πλειοψηφία τους ήταν Πισωνοχωρίτικα. Τα ζώα του Αγώνα που αγόγγυστα εξετέλεσαν και αυτά το πατριωτικό τους καθήκον. Και βέβαια όταν ήρθαν τα μπαρουτόβολα ετοίμασαν τα φυσεκλίκια «καταστρέφοντας» τα ιερά βιβλία της βιβλιοθήκης του Μοναστηριού-κατά την ντόπια παράδοση που έχει μεταφερθεί μέχρι τις μέρες μας-.  Βεβήλωση μεν, αλλά μπροστά στο Εθνικό συμφέρον το Θρησκευτικό και το Ατομικό υποχωρεί. ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ.                                                                     
      Ο Αμβρόσιος Φραντζής μας δίνει άλλη μια σπουδαία πληροφορία, πως η δοξολογία της Καλαμάτας έγινε «συνήλθον εις το χείλος του ποταμού της πόλεως», δηλαδή στον σημερινό Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο της Αγοράς και όχι στο ναό Αγίων Αποστόλων, όπως έχει αποδείξει ο κ. Νίκος Ζερβής, σπουδαίος συγγραφέας και ιστοριοδίφης της Καλαμάτας. Όμως εδώ το κακό είναι λίγο. Υπήρξαν σοβαροί λόγοι και έγινε η μεταφορά του Εορτασμού στους Αγίους Αποστόλους.   
                                       
      Οι «μύθοι» που μέχρι σήμερα μπολιάζουν το μυαλό των Ελλήνων είναι πολλοί. Δυστυχώς δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε διότι για πολλά χρόνια ζύμωσαν την άποψη του λαού μας. Είναι γνωστό πια πως ο Παλαιών Πατρών Γερμανών ΔΕΝ σήκωσε  λάβαρο στην Αγία Λαύρα, διότι ούτε ήταν εκεί αλλά ούτε και ο ίδιος αναφέρει στα απομνημονεύματά του τέτοιο περιστατικό, αλλά και για το ΛΑΒΑΡΟ, που σήμερα το λένε της Αγίας Λαύρας, γίνεται για πρώτη φορά λόγος το 1851, και μάλιστα ότι δεν ήταν της Αγίας Λαύρας, όπως αποδεικνύεται από έγγραφα που δημοσίευσε ο ιστοριοδίφης  Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης. Ίσως να μην το γνωρίζετε αλλά ένα τέτοιο λάβαρο φέρουν κάθε χρόνο στην μαθητική παρέλαση της Αθήνας την 25η Μαρτίου οι μαθητές του Λυκείου Καλαβρύτων, συνεχίζοντας τον μύθο. Είναι σαν την ψεύτικη νίκη  του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο του 1896. Όλοι γνωρίζουμε πως ο αληθινός νικητής ήταν ο Χαρίλαος Βασιλάκος και όχι ο Λούης που δεν είχε τρέξει ποτέ, ούτε καν στους προκριματικούς, και τον έφεραν καβαλλαρία μέχρι 10 λεπτά από το Παναθηναϊκό στάδιο. Την φράση «έγινε Λούης» όμως δεν μπορούμε πια να την καταργήσουμε. Στις μέρες μας γίνονται προσπάθειες «ξεκαθαρίσματος» των εθνικών μύθων. Δύσκολο το εγχείρημα, αλλά πρέπει να συνεχιστεί και αργά ή γρήγορα θα αποφέρει καρπούς. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και σήμερα φαινόμενα διαστρέβλωσης περιστατικών του 1821. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε όλοι μας πολύ προσεκτικοί σε ό,τι πράττουμε, στο ό,τι λέμε και σε ό,τι συνεργούμε, διότι κάποιοι «αληθοφανείς μύθοι», αλλά και κάποιες ανιστερόβουλες πρωτοβουλίες, μπορούν να δημιουργήσουν ψεύτικη ιστορία που θα την παραλάβουν οι απόγονοί μας.                                                                                                 
 
       Σεβαστοί Παρευρισκόμενοι, η Ιστορία όπως μας την δίδαξαν τα σχολικά βιβλία περιέχει, «αμέτρητους ηρωισμούς στα πεδία των μαχών, αρκετούς μαρτυρικούς θανάτους και πάρα πολλά ολοκαυτώματα και καταστροφές. Σπάνια όμως γίνεται μνεία για «ψυχικές γενναιότητες» όπως συνόψισε προσφυέστατα ο αείμνηστος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας και Ακαδημαϊκός Κων. Τσάτσος, τις μεγάλες αρετές της αυταπαρνήσεως, της υψηλοφροσύνης και της εξάρσεως υπεράνω των παθών».                                         .                                                                                                                                                                         
          Θα πρέπει να ξανασκύψουμε, πιο προσεκτικά όμως, στο 1821, γιατί πολλοί από αυτούς που αληθινά προσέφεραν υπηρεσίες και πραγματικά άξιζαν, άλλοι αγνοήθηκαν, άλλοι συκοφαντήθηκαν και άλλων τα πεπραγμένα διαστρεβλώθηκαν. Αντίθετα  άλλοι που η διαγωγή τους στάθηκε εθνικώς επιλήψιμη, υμνούνται σαν ήρωες και σημαιοφόροι του Ξεσηκωμού, με αποτέλεσμα να αχρηστευθεί ο κυριότερος ρόλος της Ιστορίας, που είναι ο φρονηματισμός.-

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Β. ΚΟΥΓΕΑΣ-ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΕΣ

Νεκρολογίες που γράφτηκαν για τον Σωκράτη Β. Κουγέα και δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία. Τεύχος 943 στις 15.10.1966









ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ-Ο ΕΝΤΙΜΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ

Μπαϊρακτάρης Δημήτρης. Δημοσίευμα στο Εθνικόν Ημερολόγιον Σκόκου το 1896



Η ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΣΚΡΙΠ" ΣΤΙΣ 28/12/1904