Μήνυμα

Πάντα να πολεμάς και να αντιστέκεσαι, κι ας μένεις μόνος. Μονάχος, έρημος, γαλήνιος, να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου. ( Ι. Π. Κουτσοχέρας)

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ-ΣΑΪΤΟΜΑΧΟΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τα παιδιά της πιάτσας.
Οι Σαΐτες, ο Πρωτομάστορας, οι Βασιλιάδες,
ο Μπαϊρακτάρης, οι Αριστοκράτες μάγκες
και ο Στάθης Καρέλιας


       Ο Λυκούργος, ναι.  Βάρος σαράντα καντάρια και μουστάκα πατημένη στη μαντέκα καντάρια οχτώ. Οι σημερινοί μάγκες δεν έχουνε ιδέα περί μουστάκι γιατί αφήνουνε ένα ποντικοκούραδο στ’ απάνω χείλη ή το ξυρίζουνε και μοιάζουνε σα Μαρίκες.  Κουστουμιά μαύρη και παντελόνι σωληνέ με τσάκιση ξυράφι, άσπρο πουκάμισο  τζαμέ να φαίνεται και το φανελάκι από μέσα, γραβάτα μαύρη της θλίψης, μαντηλάκι μωβ, κάλτσα μεταξωτή και παπουτσάκι μυτερό με ποτηρέ τακούνι. Ξούρα στη πένα, μαλλί πατικωμένο με μπριγιόλ λεμονάτο. Στο ένα χέρι ο «παίχτης» με δεκατρείς βαριές και κίτρινες χαντρόρογες και στο άλλο η «κερασέα» και για ακούμπι και για καβγά, καθότι απαγορεύεται η οπλοφορία και δε σ’ αφήνουνε να έχεις μήτε νυχόλιμα..
         Καθότανε στο καφενείο του Νικήτα και γουργούραγε το ναργιλέ του. Μπροστά του  και τέσσερα σάμαλι για να πάνε κάτω τα βραδινά ζαφείρια. Κουμανταδόρος ο γερόμαγκας ο Λυκούργος σε λέσχες. Δίπλα του ο αδελφοποιητός ο Βαγγέλης και στο απέναντι τραπέζι τα παιδιά του, οι «’ποστηριχτές του». Συμβουλές με νοήματα στα ατζαμάκια για το πώς παίζεται το μουλτεζίμ στο τάβλι, κούνημα του τελβέ, χαμόγελο και στεναγμός για το χτες, καρέκλες για ξάπλα και από το μυαλό του περνάει κενιματόγραφος το παρελθόν που ήτουνα  νέος και τον έτρεμε το ταράφι. Κουβέντες λίγες καθότι μιλάει κανονικά μετά το μεσημέρι. Κι άμα δεν μιλήσει αυτός, δεν μιλάει κανένας.
-Αχ!  έκανε. Τ’ αγόρια ξαφνιαστήκανε, αλλά στο μουγκό.
-Αχ! Ξανάπε ο γερόμαγκας. Τ’ αγόρια κοιταχτήκανε, αλλά μουγκόπετροι.
-Τι έχεις Λυκούργο μου και έχεις μούρη τσιγκελάτη; τόλμησε ο Βαγγέλας.
Σιωπή και περίσκεψις κοιτώντας το πάτωμα.
-Πάσχα έρχεται και θυμήθηκα τον Χρήστο τον Αρβανιτάκη.
-Ποιος είναι ο τζες; Είναι ακόμα στο ταράφι ή έχει βουρκολακιάσει;
Αναστέναξε, τράβηξε πέντε γουργουριστές και άρχισε να διηγείται αργά:
«Ο Χρήστος ο Αρβανιτάκης ήτανε από τους Δολούς. Είχε ένανε τεκέ στου Στραβοσκιάδη του «συμβόλαια» απέναντι. Ωραίος και πρόσβαρος μάγκας. Με είχε ψυχοπαίδι του. Αυτός βρήκε τη καλαματιανή Σαΐτα. Το 1885 έφυγε για την Αθήνα. Θάχε πενηνταρίσει και, τότε.  Έγινε τσιρίμπασης κάτω στο Μεταξουργείο. Είχε κάνει τα φονικά του, αλλά λίγο έμεινε στη μπουζούρα καθότι προσωπικός φίλος και οπαδός του Δεληγιάννη. Είχε αδειάσει τρεις φορές το Μπάγκειον, το καφενείο στην Ομόνοια. Και το Μπάγκειον δεν το άδειαζε ο πάσα ένας. Τον έτρεμε όλη η μαγκιά. Έμπαινε στο καφενείο, έβαζε την μπιστόλα πάνω στο τραπέζι και έλεγε στο γκαρσόνι «φέρε μου ένα βαρύ γλυκό στο χοντρό και γουστάρω να τόνε πιώ μονάχος μου».  Όσοι ήτανε θαμώνες, είτε σκληροί είτε νοικοκυραίοι, γινόντουσαν καπινός, καθόσον δεν τα βάζεις με τους σιδερένιους. Ένας μια βολά, που ήτανε κουφαηδόνης και έμεινε, του’ βαλε την κάμα στον λαιμό και του’ πε «ή τραβήξου στα σκοτεινά ή σε ρίχνω στο σκοτάδι», τρέχει ακόμα να κρυφτεί.
-Ο εφευρέτης της καλαματιανής σαΐτας; τόλμησε να ρωτήσει το Θανασάκι «ο κερχελές».
Ο Λυκούργος τον κοίταξε καρφωτικά και άρχισε:
«Ναι για… Η καλαματιανή Σαΐτα μάγκες μου να πούμε δεν είναι για τίποτις λιανοτάρια άνευ ψυχής, καθότι πρέπει νάσαι αντρειωμένος και να το λέει η περδικούλα σου. Τόσοι μάγκες περάσανε πριν από μας και μας κληρονομήσανε την «πυραυλοκίνηση», ούτε ένας δεν βρέθηκε να κάνει ματσακονιές και όλοι υπήρξανε παιδιά τζιμάνια και ξεγυρισμένα ντερβίσια. Και μπορεί την σήμερον να μην διαθέτουνε όλοι τέσσερα κιλά μουστάκες, ούτε σαράντα ζεμπίλια αγριάδα σαν του καπετάν Χρήστου του Αρβανιτάκη, που ζούσε στους Δολούς και πηγαινορχότανε στην Καλαμάτα με την μαύρη φοράδα του, αλλά έχουμε και μείς τα τέτοια μας και υπήρξαμε ψυχοφίλοι του και απόγονοί του στην ψυχή και στην τρέλα.
         Και όταν λέμε Χρήστος Αρβανιτάκης, πρέπει να μάθει ο πάσα ένας πως, υπήρξε ο εφευρέτης της Σαΐτας. Αυτός που πήρε το πυροτέχνημα και το μουγκό σαϊτάκι και τούδωσε λαλιά. Αηδόνα. Και να πως: Θάτανε θαρρώ το 1860-τριαντάρης αυτός, κοσάχρονος εγώ- ο μπάρμπα Χρήστος έτριβε τα μπαρούτια και έφτιαχνε χαρμάνια για ψάρεμα στα βράχια των Κιτριώνε. Νια βολά έβαλε στο χαρμάνι και λίγο πετρέλαιο  και το γέμισε σε καλάμι με θαλάμια. Για δυναμίτη το πήγαινε. Τούκανε και διάδρομο για να περνάει οι φωτιά και έτσι του βγήκε η σαΐτα. Αστεία, σοβαρά είπε τη πατεντιά στον φίλο του τον Καρνέρη, κι αυτός, θεός σχωρέστονε γιατί ανατινάχτηκε μεγαλωμένος με ψαροδυναμίτη στ’ Αρμένικα, την έφτιαξε και την έριξε ως χαρτοσαΐτα ένα Πάσχα στην Καλαμάτα. Την πήρανε αμέσως τα φιλαράκια του ο Κατασχετής και μπάρμπα Αντώνης ο Στραβάκος και την κάνανε πασχαλινό έθιμο στις γειτονιές τους. Ο Καρνέρης ήτανε Καλυβιώτης, ο Κατασχετής Αγιαννιώτης και ο Στραβάκος Φυτειώτης.  Μόλις οι άλλοι σερνικοί είδανε τη μάκαινα την πήρανε και έτσι, σιγά-σιγά, έγινε η Σαΐτα της βουής και η μπου-μπου.  Αρχίσανε να παραβγαίνουνε οι γειτονιές. Τότενες στην Καλαμάτα ήτανε όλες στα βόρεια, τα Καλύβια, η Ράχη και η Αγιάννα με τα αγροτοφτωχαδάκια, ο Αγιάννης με τους αριστοκράτες, «Τσιρίτσιδες» λεγόντουσταν, εκεί που  έγινε ο ‘κλησσιασμός το ’21, η Φραγκόλιμνα με τ’ αρχοντόσπιτα και τους δεκεγόρους και οι Φυτειώτες με τους μανιάτες που δουλεύανε στα ρύζα στο Νησί και το βράδυ σκοτωνόσαντε αναμετάξυ τους.
       Ο Χρήστος είχε και πάρε δώσε με τα μπασκίνια γιατί το 1875 τονε πιάσανε με 15 βαρέλια μπαρούτια και τα κατάσχανε όλα. Κοιτάτε τι γράφανε ρε οι χαρτογιακάδες.
                                                                        Σάλπιξ 9.4.1875

          Λίγους χρόνους μετά πλάκωσε μπιστολιές τον σκληρό τον Μπαϊραχτάρη με τ’ αποσπάσματά του, κάτι βλάχους ρουμελιώτες, που μπήκε στον τεκέ να του κάνει τσιριμόνιες. Του τάχε και μαζεμένα γιατί ο βλάχος κυνήγαγε το παιδιά της φάρας που ρίχνανε σαΐτες και κάνανε κοντραμπάντα. Επειδή μυρίστηκε τα δύσκολα, γιατί ο Αστυνόμος δεν μάσαγε εύκολα, έφυγε για την Αθήνα να ξεχαστεί η αβανιά. Έκανε χοντρό κουμάντο σε Ομόνοια και Μεταξουργείο. Αργότερα ο Δεληγιάννης έδωσε αμνήστες στους φυγοδίκες και ο Χρήστος βγήκε αφρός. Παντρεύτηκε τη χοντροκαπουλάτη τη Ζαμπέτα, άνοιξε σπιτικό  και ψώνιζε το Σάββατα κιλότο και σαφρίδια από την αγορά. Ίσιωσε και άνοιξε το καφενείο στο Παλλάδιο στην Πανεπιστημίου. Παρέμεινε μάγκας και μπεσαλής και πάντα μας έστελνε προυσιώτικα καϊνάρια που φέρνανε οι κοντραμπατζήδες. Ο Πρώτος.
      Σας είπα πριν για τον Μπαϊραχτάρη τον χωροφύλακα. Ακούστε με καλά γιατί τονέ γνώρισα. Σα δυο βόδια χοντρός, αχαμνός, αλλά άγριος με μισό στρέμμα μουστάκα, σκληρός σα νταμαρόπετρα, άσσος στο σημάδι. Ταγματάρχης. Τονε φοβότανε όλη η ’Φήλιος. Κουβαλήθηκε το 1883 στην Καλαμάτα γιατί οι χωριάτες τόχανε ρίξει στη ληστεία και οι πολιτικοί είχανε δώσει ελευθερία στα τσιράκια τους τα κομματόσκυλα και δέρνανε τον κοσμάκη. Κουμαντάριζε ολόκληρο τάγμα Ευζώνων. Καβαλάγανε και κάτι αλόγατα ίσαμε ένα σπίτι το καθένα. Πλάκωσε στις φάπες αυτούς που έβαλε στο μάτι. Μας κάθισε στο σβέρκο μέχρι το 1885. Οι κουρελαπλάδες οι εφημερίδες γράφανε: «
Καθ’ ας έχομεν αυθεντικάς πληροφορίας, βεβαιούμεν τους αναγνώστας του φύλλου ημών ότι, τα περί της μεταθέσεως του Δικοικητού του ενταύθα ευζωνικού τάγματος κ. Μπαϊρακτάρη διαδοθέντα, είναι όλως ψευδή και ανυπόστατα. Ου μόνον σκέψις περί της εντεύθεν μεταθέσεώς του δεν εγένετο, αλλ’ απεναντίας γνωρίζομεν κάλλιστα ότι άπαντες οι αντιπρόσωποι της επαρχίας ημών εσκέφθησαν την ενίσχυσιν της δυνάμεως του τάγματος, αναγνωρίζοντες τας υπηρεσίας άς τούτος προσφέρει τω τόπω, συνετέλεσαν σπουδαίως εις την παγίωσιν της τάξεως και της ησυχίας, αλλά και την ανωτέραν νοημοσύνην, αμεροληψίν και ευθύτητα μεθ ής διευθύνεται υπό του κ. Μπαϊρακτάρη. Η μετάθεσις ανδρός τοσαύτην δικαίαν υπόληψιν αποκτήσαντος εν τω τόπω, ήθελεν είσθαι σφάλμα, εις ό πεποίθαμεν, ότι ούτε ηδη, ούτε εν τω μέλλοντι ήθελεν υποπέσει η Κυβέρνησις.»

Κοιτάχτε ρε μούρη. Σα μανιάτικο μπουζίο.

         Ρε μπελάς που μας κατσικώθηκε με δαύτονε. Μια βολά που κυνήγαγε στις Κουταλέϊκες στάνες ένα ληστή από τη Βελιγοστή, τον Δοξαρά, τον έπιασε και γύριζε πασχαλιάτικα στην Καλαμάτα. Πέρασε από τα Καλύβια κι έπεσε πάνω στην στιγμή που ο Καρνέρης έριχνε σαϊτες. Τον μπουζούριασε κι αυτόνανε. Οι μάγκες πήρανε ανάποδες. Δοποιήσανε τον Αρβανιτάκη. Πήγε ο Χρήστος στο ευζωνικό, τονε βρήκε και του ζήτησε να τον αμπολήσει. Ο Μπαϊραχτάρης του μίλησε προσβλητικά και του Χρήστου γύρισε το μάτι. Μετά από δυό μέρες ο χοντρός πήγε στα Καλύβια και έδειρε όλους τους Καρνέρηδες, βούτηξε τις μπαρούτες και έσπασε τα βαγένια με δυο χιλιάδες οκάδες κρασί από το χάνι του Καρνέρη. Αμάν, θα σκοτωθούμε. Μπουκάρει μια βραδιά στον τεκέ του Αρβανιτάκη και σπάζει λουλάδες, γκρεμίζει πόρτες. Κείνη την ώρα ‘ρχότανε ο Χρήστος. Με το που βλέπει το ρημαδιό, μπαίνει μέσα, βγάζει τη διμούτσουνη και ρίχνει στον Μπαϊραχτάρη. Μέσα στο χαμό δεν τον πέτυχε. Τον τσακώσανε, αλλά πέσανε πάνω στις φουστανέλλες οι μάγκες και κατάφερε ο τζες να γίνει μπουχός. Το άλλο Πάσχα προκλητικός ο Μπαϊραχτάρης ξαναπήγε στα Καλύβια μεσημεριάτικα. Δόθηκε σύρμα και βγήκανε μπροστά κάτι ντερβίσα και αμπολήκανε σαϊτες. Χεστήκανε τ’ άλογα, κατουρηθήκανε τα ευζωνάκια, πέσανε και κάτι μπαταριές, κάνανε πίσω οι χωροφύλακες, μετά όμως τους πήρανε φαλάγγι και λακήσανε οι Καλυβιώτες, γκρέμισε τους φούρνους, πάνε τα ψητά, κλέγανε τα παιδιά, σκούζανε οι γριές, παρακαλούσανε οι μάνες, μαντάρα το Πάσχα. Από τότενες δεν άφησε τη μαγκιά και τη σαϊτα σε χλωρό κλαρί. Ούτε εμείς κάναμε πίσω, ούτε κείνος. Ευτυχώς που τον καλέσανε να πάει στην Αθήνα να ξεριζώσει τη ντόπια μαγκιά και γλυτώσαμε εμείς, αλλώτικα θάχαμε τραβηχτεί σα τα σαντεκλέρια. Αυτάαα με τον χοντρό.                                          .                                                                              
         Αφού  ο Μπαϊραχτάρης έγινε «της αναλήψεως» πήραμε αέρα και μέρα νύχτα ρίγναμε σαΐτες έτσι να μας φύγει το μπαγλάμι. Τότε αναδειχτήκανε ο Καρνέρης, ο Κατασχετής, ο Παναγουλάκης, ο Γερακάρης, ο Γουργούρης, ο Στραβάκος, ο Χαλές, ο Κουραμάνας ο Πεπαντήτης στα 1900 τόσο, ο Μαυροειδής ο Αγιαννίτης, που τονε φωνάζαμε Μαντραγούδα επειδή ήτουνα αδύνατος και μαυριδερός σα καλκατζόνι.  Τούτοι δω όλοι ρίξανε σαΐτες το 1887 πούρθε ο βασιλιάς ο Γιώργης, έτσι για το «καλώς ήρθες μόρτη βασιλέα με τα μπόλικα λιλιά». Του τις ρίξανε σα βγήκε από το παπόρι του, του τις ρίξανε στην πλατέα κάτω από την αψίδα του Γεωργιάδη και ύστερις πήγανε βραδιάτικα στη Φραγκόλιμνα στο σπίτι του Μαρκόπουλου που πήγε για τούφες ο άναξ, και του ρίξανε εξήντα ντουζίνες «φωτιά στα τόπια». Ο δήμαρχας ο Μπούτσης έλεγε σε κάτι δικούς του, πως η βασίλισσα κατουρήθηκε από το φόβο της και ο πρίγκιπας ο Αλέκος έβαλε τα κλάματα, καθότι μείραξ. Ο Γιώργης όμως, άναξ ατρόμητος και καραμπουζουκλής, μάθαμε πως βγήκε στο πανεθύρι και χαιρότανε και έκανε «τστστστστς τι ’ναι τούτοι, πιστοί ‘πήκοοι, γενναίοι ή τρελοί». Να ρε έχω και το απόκομμα της ‘φημερίδας του Γαβριλήδη.

           Αφού και ο βασιλιάς παραδέχτηκε τη σαΐτα και τους σαϊτολόγους, πήραμε αέρα και δεν κρατιόμασταν. Κάθε χρόνο καιγότανε  το σύμπαν άπαν. Βγήκανε κάτι ξεπεταρούδια που τόλεγε η καρδίτσα τους και έκοβε το νιονιό τους και σκαρφιστήκανε ένα σωρό μάκαινες με τα μπαρούτια που τάχαμε κείνα τα χρόνια σε αφθονία. Μη κοιτάτε τώρα πούμαστε στη νηστεία.  Θυμάμαι το 1894 ένα μαγκάκι θεοσεβούμενο, Ασημάκη τονε λέγανε, έφτιαξε ένα Γιούδα και τον καργάρισε τρομπονέτα και σαΐτες. Τα ένωσε μαστορικά με φιτίλια και έκανε την ανατίναξη του αρχιρουφιάνου. Μέχρι τότενες του βάζαμε στη μπάκα του ξερά χορτάρια και ανάβαμε τη φουντανέλα. Τονε καίγαμε ρέστο. Ο Ασημάκης τον έκανε Κούγκι. Τον ίδιο χρόνο ρίξαμε κάτι σαΐτες, τι να σας λέω. Ο Μαντραγούδας είχε φτιάξει μια ίσαμε οργιά. Φωτιά κα λαύρα. Μέρες γράφανε οι ‘φημερίδες:
                                                               Εφημ. Λαϊκή 22.4.1894

             Πάντοτες ρίχναμε σαΐτες και στις 25 Μάρτη και βγάζαμε τα φράγκικα και μπουρλιάζαμε κάτι φουστανέλες τριάντα οκάδες έκαστη. Το Μάρτη του 1904, αν δε γελιέμαι, ήμουνα με τον Κουραμάνα και άλλους τζέδες και πήγαμε στη Πεπαντή να τις ρίξουμε στο πλάτωμα μετά τα ευχέλαια. Πλακώσανε κάτι αγριεμένοι Αγιαννήτες, τα τσιριτσιδάκια, και είχανε λόξυγκα για νταραβέρια. Θα ρίξαμε ίσαμε 200 σαΐτες βασιβουζούκικα.
          Κάθε χρόνο μέχρι και το 1940 θυμάμαι, είχα καβατζώσει τα 80 χρόνια μου, στις 25 Μάρτη φοράγαμε τα σελάχια μας και ρίχναμε σαΐτες, πότε στον Αγιάννη τον Πρόδρομο, πότε στην Πεπαντή, πότε στις στρατώνες και πότε κάτω στην πλατέα στους Αποστόλους δίπλα στην πηγάδα.
           Και της Αναλήψεως παγαίναμε κάτω στη Ντουάνα και ρίγναμε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μετά βγαίναμε παραλιμανίως και τρομάζαμε με τα τρομπονέτα τους βλάχους πουρχόντουσαν να πάνε στα «σαράντα κύματα» με τα καΐκια και να μπούνε για λίγο στο νερό που ήτανε άπλυτοι από τον καιρό του Κολοκοτρώνη.  Ήτανε κι ο καπετάν Λάμπρος ένας μάγκας Γυαλιώτης σαϊτολόγος, ντερβισόπαιδο και καλαμπουριτζής που ξηγιότανε ντεβεκέλικα.
         Πρωτομαγιές τραβάγαμε πότε πάνω στις Τούρλες και πότε στην Κοροκλονού-κήπο Εδέμ το λένε σήμερις-πίναμε και τρώγαμε και ρίγναμε και κάτι ξεγυρισμένες σαΐτες γιατί τα μπαρούτια είχανε στεγνώσει τότε με τις ζέστες και ήτανε «θερμοφόρες». Μας καλούσανε και οι μαγαζήδες να τους κάνουμε αβάντα στο καλαμπαλίκι για πελατεία. Ρίγναμε τις σαΐτες μας και τρώγαμε αμπάκικα.
       Από τη στιγμή που βγήκαμε στη δημοσά και ο βασιλιάς ο Γιώργης ο Άλφας μερακλώθηκε με τη σαΐτα, και μαθεύτηκε πως ο Μπούτσης είπε «μπράβο στους μαγκίτες που μας εβγάλανε ασπροπρόσωπους», τότε κάτι καλαματιανοί που είχανε ‘πιχειρήσεις αλλά δεν ήτουνα «μαλλί αγγέλου» και είχαν ξεκινήσει από τα φτωχάτα, ήρθανε και μας εβρήκανε και κάναμε παρτίδες. Δουλέψανε και τα τέλια πως «μάγκες σκληροί πιάνουνε στις χερούκλες τους τα θεριά και τα κουλαντρίζουνε, καθότι το έθιμο» και οι μανταμίτσες και τα δεσποινάρια ξερογλυφόντουσαν με την αλαναρία, είχανε ξενερώσει με τους παπιονάτους προπελάκηδες. Γίναμε μόδα.                                             .
        Μέχρι το 1895 τις ρίγναμε στις συνοικίες μας, στις ενορίες μας και στους ‘πιτάφιους. Ήτανε τότες ένας Μπενάκης, Πότης νομίζω, που ζούσε και στην Αθήνα και είχε πάρε-δώσε με τους βασιλικούς. Τούτος έμαθε για τον βασιλιά τον Γιώργη και την θαύμαξή του στη σαΐτα. Κείνη τη χρονιά τονε κάνανε πρόεδρο των τρεχαλατζήδων ενός σωματείου, Μεσσηνιακός λεγότανε, και αφού βγήκε πρόεδρος, και γούσταρε και δημαρχηλίκι καθόσον σοϊλής, μας φώναξε και του ρίξαμε καμιά πενηνταριά «δύο στο χαρτό», δηλαδής μισή οργιά σαΐτα η καθεμιά. Είδανε οι άλλοι από το συβούλιο, ο Ρεμπουτσάκος ο σιδεράς, και κάνανε μανιφατούρα. Μας αγοράζανε μπαρούτες και πηγαίναμε το Πάσχα και τις ρίγναμε και στις δικές τους ενορίες, άμα δεν είχανε, στα πλουσιόσπιτα. Ούτε ανθιστήκαμε πως βρεθήκαμε να τις ρίγνουμε όλες μαζί οι ενορίες πότε στην Κάτω Πλατέα στους απόστολους και πότε στους παλιούς στρατώνες, στους ταξιάρχες δηλαδής, το απόγευμα του Πάσχα. Θάτανε κει γύρω στα 1896.                                                .
           Θυμάμαι το 1903 ήρθανε μαζί μας και ρίξανε σαΐτες κάτι μπερκετόμαγκες της επίσημης κενωνίας. Εγώ ρε τσόλια τους τις είχα φτιαγμένες. Χωρίς μπικικίνια, το νογάτε ωρέ; Διότι ο πάς εις ένας σαϊτολόγος είχε ‘ποχρέωση στους δυνατούς που παίρνανε τον κοσμάκη στη δούλεψή τους. Ο Γιώργης ο Δικαιάκος, μια ντουλάπα άντρας  με μαυρομιχαλέϊκη μουστάκα, τις έριγνε δυο-δυο. Κάτι καπουλάτες μανταμίτσες με ομπρελίνες τονε φάγανε με τα μάτια. Τον σταύρωνε η Δικαιάκαινα. «Φτού σου κορώνα μου, καρφίτσες έχουνε στα μάτια τους οι κορκοσούρες» έλεγε και ξανάλεγε η Μανιάτα. Διαβάστε ρε στουρνάρια τι έγραφε τότες το «Θάρρος» η ‘φημερίδα :                                                      
         «Οι κ.κ. Γ. Δικαιάκος, δικηγόρος και δημοτικός εισπράκτωρ, Αργύριος Παυλόπουλος έμπορος, Ν. Αντωνακάκης κτηματίας, Γ. Σκιάς καπνέμπορος, Γ. Καρδαράς κτηματίας, Κ. Πάτσος έμπορος και άλλοι.
         Πρώτος παίρνει φωτιά  ο κ. Δικαιάκος. Ευσταλής και ρωμαλέος κρατεί μεγαλοπρεπώς τη σαΐτα. Εξόχως επιτυχής δε αύτη. Ο κόσμος μετ’ εκπλήξεως παρατηρεί και γίνεται έξαλλος εκ του ενθουσιασμού του.
        -Ζήτω! Μπράβο, φωνάζουν όλοι.                                                         .
         Χειροκροτήματα ραγδαία και ατελεύτητα εξέσπασαν. Ο ενθουσιασμός δεν περιγράφεται. Ομοβροντίαι από ζήτω και από χειροκροτήματα εφ’ ικανάς στιγμάς δονούν την ατμόσφαιραν. Σημειωτέον δε ότι οι σαΐτες των ήσαν θαυμάσιαι ως προς την δύναμιν, διό ήλθον οι…πρώτοι επιλαχόντες εις την νίκην, καθότι νικηταί ανεδείχθησαν οι κατασκευάσαντες εις αυτούς τις σαΐτες.»
           Μετά θυμάμαι πως περάσαμε δύσκολα χρόνια και με πολέμους και γιατί η χωροφυλακή μας κυνήγαγε και μας χώνανε και στη στενή. Μετά το 1930 ξανάρχισε το βιολί, πήραμε αέρα και οι δημαρχαίοι και όλοι οι καλαματιανοί που το γουστάρανε και τους θύμιζε και τα παλιά τα χρόνια. Βγήκανε μπροστά και οι χωροφυλακαίοι κάνανε άπωσον.
          Το 1933 που κάηκε ο κόσμος ρίξανε ένα σωρό άνθρωποι του «καθώς πρέπει». Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «
Όλοι οι σαϊτολόγοι είναι πλήρεις μένους, Μεταξύ αυτών διακρίναμε τον έμπορον κ. Παρθένιον με φεσάκι και σακούλι, τον πρόεδρον των Οπωροπωλών κ. Κόμπον επικεφαλής των Καλυβιωτών, τον κ. Αγγελέαν εκ του σώματος των Κρεοπωλών, τον περίφημον κ. Λάμπρου της Παραλίας με τον κ. Κατσαούνην και τον κ. Μουνδρέαν, τον δημοτικό σύμβουλο κ. Νικητάκην επικεφαλής της Δημαρχιακής ομάδος, τον κ. Παναγόπουλον επι κεφαλής των Αγιοταξιαρχιτών, τον χημικόν κ. Στεφανούρην, τον καλτσοβιομήχανον κ. Τριαντάφυλλον, δύο Τραπεζικούς υπαλλήλους, τον Πρόεδρον των Δικαστικών υπαλλήλων κ. Περικλήν Ζήραν, τον καλλιτέχνην κ. Καλλέργην και τον τέως Διοικητήν του Φρουρίου κ. Ευγένιον Παπασταθόπουλον, τον κ. Πέτρον Μολώνην, τον εργολάβο Δημοσίων έργων κ. Ποδοχωρίτην, τον κ. Γαρίδην και πολλούς άλλους. Ο Πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου κ. Πάνος Κωστόπουλος αδιαθετών δεν μετέσχε του σαϊτοπολέμου….».

Φιλαρμονική και Σαϊτολόγοι το 1932.
Αρχείο ΓΑΚ παράρτημα Μεσσηνίας, φάκελλος Μουτεβελή-Λίβα.

      Το 1934 ήτουνα δήμαρχας ο Χρήστος ο Κουμάντος, ωραίος μάγκας που έκανε πολλά έργα στην Καλαμάτα.  Ο Κουμάντος που λέτε μας αγόρασε μπαρούτες για 10 χρόνια και φτιάχναμε σαϊτες και τελειωμό δεν είχαμε. Τότες δώσαμε και ρίξανε όλη η «καλή κενωνία» για να ξυπνήσει το αίμα τους που είχανε αποβλακωθεί με τις ρεβεράντζες και τις βεγγέρες. Οι  ‘φημερίδες πιά γράφανε αβέρτα. Η «Σημαία» έγραφε: Το εσπέρας της Κυριακής. Όπως άλλωστε καθ΄έτος, ερρίφθησαν εις την κεντρικήν πλατείαν άνω των 1.000 σαϊτών. Εις τον σαϊτοπόλεμον αυτόν ο οποίος τέρπει τους καλαματιανούς και τους κάμνει να εκδηλούν τόσον πρόωρα τα ορμητικά και πολεμοχαρή των αισθήματα-δεν υστερούν εδώ και οι αντιπρόσωποι του ωραίου φύλου-έλαβον μέρος πλην των επαγγελματιών σαϊτολόγων, και το άνθος της καλαματιανής διανοήσεως άνθρωποι κατά πάντα σοβαροί, επιστήμονες, έμποροι, επαγγελματίαι, ως και εργάται».
           Με λίγα λόγια κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μορφωμένοι, που ξέρανε πενήντα ζεμπίλια γράμματα ο καθένας, μπλέκανε και νταραβεριζόντουσαν με σαϊτες.
         Το 1937 ήρθε ο Βασιλιάς ο Γιώργης ο Βου και κάηκε το πελεκούδι. Μας καλέσανε και ρίξαμε σαϊτες έξω από το ‘Πιμελητήριο στην Κάτω Πλατέα. Ήτανε μέσα όλοι οι αρχόντοι και είχανε πέσει στις χοντρές τις μάσες. Μπήκε ο Κολοβέας μέσα  και είπε του Γιώργη του Βου να βγεί στο μπαλκόνι να μας εδεί. Έγραφε η ‘φημερίδα «Σημαία»: «
Πλησιάζει η στιγμή να τελειώσει το γεύμα. Εις τον διάδρομον εμφανίζεται ο σαϊτολόγος Κολοβέας φορών φέσιον και φέρων σακκούλι πλήρες σαϊτών. Ο Βασιλεύς ζητεί να περιεργασθή σαϊταν…ο διευθυντής του Επιμελητηρίου κ. Σαραντόπουλος δίδει το σύνθημα εις τους Σαϊτολόγους. Ο Σαϊτοπόλεμος άρχεται. Ο σημαιοφόρος Ηλίας Μαλικούρτης και ο σαλπιγκτής Ξωξάκος εις το έργον τους. Οι σαϊτολόγοι Μ. Γαρίδης, Π. Σπηλιώτης, Αμπάβης, Οικονομάκος και λοποί δεν παύουν να κάνουν και τα κολπάκια τους».
         
Η «Ακρόπολις» από την Αθήνα έμαθε πως ο βασιλέας ενδιαφέρθηκε περιπαθώς: «….κατόπιν ηρώτησε περί του τρόπου κατασκευής των σαϊτών, τας οποίας είδεν πρώτην φοράν την παρελθούσαν εσπέραν εις την οργανωθείσαν σαϊτομαχίαν, γνωστόν παλαιότατον έθιμον των Καλαμών, αναμνηστικόν του γεγονότος της δια των σαϊτών αναγγελίας της επεκτάσεως της Επαναστάσεως του ’21 εις ολόκληρον την Πελοπόννησον».
      
Οι Φυτειώτες ως γνωστόν και σα Μανιάτες, οι περσότεροι, έχουνε λόξα με τους βασιλιάδες. Κει λοιπόν που ο Γιώργης είχε βγει το απόγευμα για τσάρκες στην Καλαμάτα, του κάνουνε μπραφ στη γωνία Φαρών και Λακωνικής, τότε ήτανε έδαφος Σπανοχωρίου, κάτι Φυτειώτες σαϊτολόγοι, τούχουνε στήσει και μια αψίδα με αγάλματα και τον σταματάνε. Ο Κοντοζαμάνης δεν κόλωνε τονέ πλησίασε και τούπε «ρε μόρτη βασιλέα γουστάρεις να σου ρίξουμε διακόσες οκάδες μπαρούτη που τις έχουμε σταβέντο για πάρτυ σου. Κι άμα σε ‘νοχλήσει η μπαρουτίλα έχουμε και κινίνα για την μεγαλειότητά σου».  Ο βασιλιάς δεν ήτουνα ζουπηγμένη λαμαρίνα και του απάντησε στη γλώσσα μας : «προχώρα ρε μόρτη γιατί εγώ μυρίζομαι την άνοιξη και δεν τρώω λάχανο και κάνε την Καλαμάτα Αρκάδι κρητικό». Αμάν, ο Βου μας βγήκε ταραφίσιος και γουστάρει τη φίνα δουλειά από τους μουστερήδες. Το τι έγινε τι να σας λέω. Ωραία πράματα. Παλαιά και σέρτικα.
        Το 1938 θυμάμαι έγινε Πασχαλιάτικα ένας χαμός. Είχε πει και ο βασιλιάς τα μελομακάρονά του για τις Σαΐτες, του δώσαμε και κατάλαβε. Τα θυμάμαι πλέρια, αλλά για να μη πάει το νιονιό σας πως λέω λουλούκες, κοιτάτε ρε τι έγραφε η ‘φημερίδα η «Σημαία»: «Εις την μάχην ερρίφθησαν αι εξής ομάδες.
Των Κρεοπωλών με επι κεφαλής τον κ. Σπηλιώτη, των Φυτειωτών με αρχηγόν τον κ. Γρίβαν, των Σπανοχωριτών με επικεφαλής τον κ. Αντώνη Χαλασσοχώρην, των Αγιοταξιαρχιτών με αρχηγό τον κ. Αγγελέα, των Ραχιωτών με επικεφαλής τους κ.κ. Κώστα Βενετσάνον και τον Μπίζον. Στους επίλεκτους ήταν οι καπνοβιομήχανοι Στάθης Καρέλιας και Γιάννης Δαμηλάτης, ο Αντώνης ο Καβανατζόγλου, ο Γιάννης ο Κουτσομητόπουλος κ.α.»
      
Τα ίδια και το 1939. Εγώ τότενες δεν έριξα καθότι το γκριζάρισμα. Καθόμουνα και έβλεπα τη μαγκιά με τα σακκούλια, τη καραμουτζαρχία με τα ταρατατζούμ και τον μαέστρο πούχε λιλιά. Είχα μερακλωθεί και φώναζα τους γνωστούς με τα ονόματά τους. Παραδίπλα στεκότανε μια κυρία με το καπελίνο και μια ομπρέλα και με ρώτηξε:
-Τους γνωρίζετε όλους κύριε;
-Αμ τι τους κάνω, της λέω, παιδιά ταραφίσια είναι όλα.
-Τι θα συμβεί τώρα, μπορείτε να μου εξηγήσετε; συνεχίζει η μανταμίτσα.
Πήρα και εγώ το σοβαρό μου καθότι ναι μεν παιδί της πιάτσας, αλλά έχουμε και πέντε αράδες γράμματα στην κωλότσεπη και ξέρουμε να μιλήσουμε σε κυρίες εκτός φάρας.
-Κυρία μου, άρχισα (έτσι με άκουγε ο Χλέμπουρας να μιλάω στο επίσημο θα χαχάνιζε λες και είχε φουμάρει πέντε νταμίρες μαζεμένες πρωινιάτικα) εις την πόλιν μας υπάρχουν φυλαί και φύλαρχοι. Έχουμε την φυλήν των Κρεοπωλών, την φυλήν των Αβραμέων, των Καλυβίων ή Ανθουπολιτών, της Φυτειάς, της Παραλίας, της Φραγκόλιμνας. Κάθε φυλή έχει και τους φυλάρχους της. Η φυλή της Παραλίας έχει τον καπετάν Λάμπρο ο οποίος διεκδικεί την κυριαρχίαν της μεσογείου Καλαμάτας από τον Βιντσέντζον διάσημον κιθαρωδόν και καρδιοκατακτητή.  Εις την φυλήν των Κρεοπωλών όλοι είναι φύλαρχοι, δεκατρείς κρεοπώλαι δεκαχτώ καπετανέοι. Με την άσπρη μπλούζα είναι ο καπετά Ρέγγος ή Σκουράτζος ή Λαγωνικάκος. Εκείνος ο κομψός νεανίας με το βελουδενιο σκουφάκι είναι ο καπετάν Ηλίας Μαλικούρτης από το Ασπρόχωμα. Αυτός ο κοντοπίθαρος είναι ο καπετάν Βασίλης Μπουγάς τρομερός στο τρύπημα της σαϊτας. Εις την φυλήν των Καλυβιωτών διακρίνετε τον καπετάν Κόμπο, τον καπετάν Δασκαλά και πολλούς άλλους. Εις την φυλήν των Αβραμέων κυριαρχεί ο καπετάν Ιταλός, ο καπετάν Κακούρης, ο καπετάν Στράτης αδελφός του Κόμπου. Εκείνος που ονειροπολεί είναι ο καπετάν Γαρίδης. Θεριά αληθινά κυρία μου. Γεμάτοι μαχητικό μένος και έτοιμοι να πέσουν στην φωτιά για να ψηθούν με μπαρούτι.
-Εκείνο που μοιάζουν σαν Μαρκήσιοι, Δούκες και Κόμητες;
-Αυτοί αποτελούν την φυλήν των Επιλέκτων. Εκείνος ο πανύψηλος είναι ο τέως ταγματάρχης δούξ των Γιαννιτσανίκων, ελθών από την Αθήνα επίτηδες για να ρίξη σαϊτα. Εκείνος με τα ερωτύλα μάτια είναι ο βιομήχανος ο Καλούλης, ο άλλος με τα σπινθηροβολούντα μάτια είναι ο καπνοβιομήχανος κ. Ευστάθιος Καρέλιας, έχων το σπάνιον προσόν όχι μόνο να ανάβη σαϊτες και φωτιές αλλά και να τις σβύνει. Αλλά για να μην τα πολυλογώ οι άλλοι είναι ο καπετάν Γκόνος, ο καπετάς Στεφανούρης, ο καπετάν Αγγελόπουλος.
         Τα είπα και σταμάτησα. Κάνω έτσι και βλέπω την κυρία να έχει ανοίξη ένα πακέτο τσιγάρα Καρέλια και να μου προσφέρει. Τα έχασα.
-Πάρε ρε μόρτη ένα να στρώσεις κεφάλι, μου κάνει. Εξ επιτούτου σε αρώτηξα για να δω σε τι εκτίμα έχεις την αφρόκρεμα της καλαματιανής μαγκοσύνης. Εγώ όπως βλέπεις δεν πίνω πηγαδίσο νερό. Γουστάρω τη μαγκιά και τραβιέμαι με τον Μήτσο τον Αβέρτο καθότι λεβεντόπαιδο και με τράβηξε από την πλέμπα και τώρα έχω και το σπίτι μου το καλό και τα βουτήρατά μου και το φόρεμά μου το σπαθάτο. Καθότι για να με έχεις εμένα θέλω τα χρειαζούμενά μου και άμα δεν μου τα δώκεις τράβα να πουλάς χαμομήλι γερμανικό που αδυνατίζουνε οι ελέφαντες. Μπήκες;
-Ωραία εξήγηση μανταμίτσα μου, της είπα. Και παρότι μου φέρθηκες σκάρτα σε συχωρνάω και δεν ξεπλέκω το μιζανπλί αφού ανήκεις σε άντρα που ταμπακιάζω. Είμαι μάγκας με την σφραγίδα του και όχι τσουρούτικα πράματα. Καθόσον με καρατάρεις πως δεν είμαι για κέντημα  με το αντραντέ και μπορώ να σου μιλήσω και στην επίσημη και στην ταραφίσα γλώσσα. Σε μαρκάρω καλά και αφού γουστάρεις σαϊτες και έχεις κάνει γκεζί με τον Μήτσο, παναπεί πως έχεις πέσει στο βαθύ λαγούμι και κουβαλάς τη σπανακόπιττα. Ωραία τάπαμε, χάρηκα για τη γνώρα και φεύγω βέρτζινος γιατί τα παιδιά που τις ερίξανε με περιμένουνε στο τσαρδί να κοπανήσουμε κανά καταϊφι να πάνε κάτω τα μπαρουτόζαφειρα.. Άντε και του χρόνου.

Σημείωση: Ιστορίες πέρα για πέρα αληθινές μέσα από τις παλιές εφημερίδες Αθήνας, Καλαμάτας και Περιχώρων, γραμμένη στη γλώσσα των παιδιών της πιάτσας που την μιλάνε και σήμερα καθότι δεν είναι…κούφιες αχιβάδες.-

Δια το πιστόν
Χρήστος Νικ. Ζερίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου